Σήμερα, 31 Αυγούστου 2026, κλείνει ο μεγάλος επενδυτικός μαραθώνιος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και μαζί του ολοκληρώνεται ένας πρωτοφανής κύκλος επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων για το ελληνικό Δημόσιο. Στον ψηφιακό τομέα, το αποτύπωμα είναι ιδιαίτερα ισχυρό: 7,8 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 22% του ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, συνδέεται με τον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο ίδιος ευρωπαϊκός απολογισμός υπολογίζει σε 7 δισ. ευρώ (για την ακρίβεια 6,99 δισ. ευρώ) τον συνολικό οικονομικό αντίκτυπο των ψηφιακών επενδύσεων του ελληνικού RRF, με 6,73 δισ. ευρώ να προέρχονται από άμεσες επιδράσεις του ελληνικού σχεδίου.
Πρόκειται για πόρους που απλώθηκαν σε ένα τεράστιο οικοσύστημα έργων: από το gov.gr και τη διαλειτουργικότητα έως την ψηφιοποίηση αρχείων, την Υγεία, τη Δικαιοσύνη, το Κτηματολόγιο, την ΑΑΔΕ, τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, το cloud, την κυβερνοασφάλεια, τις ψηφιακές δεξιότητες και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων.
Χρειάζεται, ωστόσο, μια κρίσιμη διευκρίνιση. Τα 7,8 δισ. ευρώ δεν αποτελούν έναν ενιαίο προϋπολογισμό αποκλειστικά για έργα πληροφορικής. Είναι η συνολική χρηματοδοτική συμμετοχή του RRF που, με βάση την ευρωπαϊκή μεθοδολογία, συμβάλλει στην ψηφιακή μετάβαση. Ο στενότερος πυλώνας «Ψηφιακός Μετασχηματισμός» του «Ελλάδα 2.0» είχε αρχικό προϋπολογισμό 2,177 δισ. ευρώ.
Το υπουργείο που σχεδίασε το ψηφιακό κράτος
Πίσω από αυτό το χαρτοφυλάκιο βρίσκεται πρωτίστως το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης,, το οποίο από την ίδρυσή του το 2019 ανέλαβε να συγκεντρώσει κάτω από μία ενιαία στρατηγική την ψηφιακή μετάβαση του κράτους. Ο ρόλος του στο RRF δεν περιορίστηκε στη χρηματοδότηση μεμονωμένων πληροφοριακών συστημάτων. Το υπουργείο έθεσε το πλαίσιο για μια νέα αρχιτεκτονική του Δημοσίου: κοινές υποδομές, ψηφιακά μητρώα, ενιαίες υπηρεσίες, ηλεκτρονική ταυτοποίηση, διαλειτουργικότητα και αξιοποίηση των δεδομένων.
Αυτό είναι και το στοιχείο που διαφοροποιεί την περίοδο του RRF από προηγούμενες γενιές ψηφιακών έργων. Δεν επρόκειτο απλώς για την αντικατάσταση του χαρτιού με μια ηλεκτρονική φόρμα. Ο στόχος ήταν να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το κράτος.
Το gov.gr αποτέλεσε την πιο ορατή έκφραση αυτής της πολιτικής. Πίσω όμως από την ψηφιακή πύλη βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο οικοσύστημα υποδομών και πληροφοριακών συστημάτων, το οποίο επιτρέπει στις υπηρεσίες να επικοινωνούν μεταξύ τους και στον πολίτη να ολοκληρώνει διαδικασίες χωρίς να επισκέπτεται διαφορετικές υπηρεσίες.
Από το gov.gr στην ψηφιοποίηση του κράτους
Το χαρτοφυλάκιο του RRF περιέλαβε μερικά από τα μεγαλύτερα ψηφιακά έργα που έχουν προκηρυχθεί ποτέ στην Ελλάδα. Ιδιαίτερη θέση έχει η Ψηφιοποίηση των Αρχείων του Κράτους, με προϋπολογισμό εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και αντικείμενο την ψηφιοποίηση τεράστιου όγκου δημόσιων αρχείων.
Στην ίδια μεγάλη εικόνα βρίσκονται η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης και των δικαστικών αρχείων, η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, οι ψηφιακές υπηρεσίες της φορολογικής διοίκησης, οι υποδομές κυβερνοασφάλειας, τα έργα cloud του Δημοσίου, οι ψηφιακές υπηρεσίες για τις επιχειρήσεις και οι δράσεις για τις «Έξυπνες Πόλεις». Σημαντικό τμήμα αποτέλεσαν επίσης οι δράσεις για ψηφιακές υποδομές και συνδεσιμότητα, από τα δίκτυα 5G και τις οπτικές ίνες έως τις υποδομές του Δημοσίου και τις δράσεις ενίσχυσης της ευρυζωνικότητας.
Η Κοινωνία της Πληροφορίας: η «μηχανή» υλοποίησης
Αν το Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης αποτέλεσε τον πολιτικό και στρατηγικό πυρήνα, η Κοινωνία της Πληροφορίας αποτέλεσε τον βασικό επιχειρησιακό βραχίονα.
Ο ρόλος της «Κοινωνία της Πληροφορίας» (ΚτΠ) ήταν καθοριστικός: ωρίμανση έργων, προκηρύξεις, διαγωνιστικές διαδικασίες, συμβάσεις, παρακολούθηση και παραλαβή. Το 2026 η ίδια η εταιρεία παρουσίασε απολογισμό της περιόδου 2019-2026, αναφέροντας ότι υλοποιήθηκαν έργα και μέτρα άνω των 3 δισ. ευρώ, με εκατοντάδες παρεμβάσεις που άλλαξαν τη λειτουργία του κράτους και την καθημερινότητα των πολιτών.
Η ΚτΠ είχε ήδη από την έναρξη του προγράμματος αναλάβει κεντρικό ρόλο. Το 2021 είχε επιλεγεί ως φορέας υλοποίησης για πέντε από τα πρώτα έργα του «Ελλάδα 2.0», συνολικού προϋπολογισμού 294,7 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η ίδια η ΚτΠ έχει καταγράψει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και της εταιρείας στην προώθηση των μεγάλων έργων του ψηφιακού μετασχηματισμού.
Έτσι, η ΚτΠ έγινε στην πράξη ο μηχανισμός που μετέτρεψε τις πολιτικές προτεραιότητες του υπουργείου σε διαγωνισμούς, συμβάσεις και λειτουργικά ψηφιακά συστήματα.
ΓΓΠΣΨΔ: η αόρατη υποδομή που ενώνει το κράτος

Ακόμη πιο «αόρατος», αλλά ίσως πιο κρίσιμος, ήταν ο ρόλος της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Η ΓΓΠΣΨΔ και το Κέντρο Διαλειτουργικότητας (ΚΕΔ) αποτέλεσαν τον συνδετικό ιστό των πληροφοριακών συστημάτων του Δημοσίου. Το ΚΕΔ επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ διαφορετικών φορέων και συστημάτων και αποτελεί βασική υποδομή για την παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Με απλά λόγια, εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος της πραγματικής τεχνολογικής επανάστασης του Δημοσίου: το κράτος αρχίζει να επικοινωνεί με τον εαυτό του.
Χωρίς αυτή την υποδομή, το gov.gr θα ήταν απλώς μια μεγάλη συλλογή ηλεκτρονικών φορμών. Με τη διαλειτουργικότητα, μετατρέπεται σταδιακά σε ενιαία ψηφιακή πύλη ενός ενιαίου κράτους.
ΑΑΔΕ, Κτηματολόγιο και οι υπόλοιποι μεγάλοι παίκτες
Στην ψηφιακή επανάσταση του RRF συμμετείχαν όμως και φορείς που βρίσκονται έξω από τον στενό πυρήνα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Η ΑΑΔΕ προχώρησε σε εκτεταμένο ψηφιακό μετασχηματισμό της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης, με νέα πληροφοριακά συστήματα και αυτοματοποιημένες διαδικασίες. Το Ελληνικό Κτηματολόγιο αποτέλεσε επίσης μεγάλο πεδίο ψηφιακής επένδυσης, με στόχο την ολοκλήρωση του εθνικού Κτηματολογίου και τη μετάβαση στη νέα οργανωτική και τεχνολογική του δομή.
Στο ίδιο οικοσύστημα εντάσσονται το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Υπουργείο Υγείας, το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Πολιτισμού, το Υπουργείο Τουρισμού και άλλοι φορείς, οι οποίοι αξιοποίησαν το RRF για να μεταφέρουν κρίσιμες υπηρεσίες και αρχεία από το αναλογικό στο ψηφιακό περιβάλλον ΗΔΥΚΑ: η ψηφιακή Υγεία περνά σε νέα εποχή
Ένας δεύτερος μεγάλος πυλώνας ήταν η ΗΔΥΚΑ, ιδιαίτερα στον χώρο της Υγείας και της Κοινωνικής Ασφάλισης. Το RRF χρηματοδότησε τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Υγείας, με κορυφαίες παρεμβάσεις τον Εθνικό Ηλεκτρονικό Φάκελο Υγείας, την τηλεϊατρική και την ψηφιακή αναβάθμιση των υποδομών υγείας. Η αλλαγή είναι ουσιαστική: η ψηφιακή Υγεία μετακινείται από τις αποσπασματικές εφαρμογές σε μια λογική ενιαίου οικοσυστήματος δεδομένων, όπου ο ασθενής και ο γιατρός μπορούν να έχουν πρόσβαση σε συγκεντρωμένη και επικαιροποιημένη πληροφορία.
ΕΔΥΤΕ: οι υποδομές πίσω από την ψηφιακή οικονομία
Σημαντική ήταν και η συμμετοχή της ΕΔΥΤΕ/GRNET, η οποία ανέλαβε κρίσιμες δικτυακές, υπολογιστικές και ψηφιακές υποδομές, ιδιαίτερα για την έρευνα, την εκπαίδευση και την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Η συμβολή της δεν είναι πάντα ορατή στον τελικό χρήστη, είναι όμως κρίσιμη για τη λειτουργία του ψηφιακού οικοσυστήματος. Οι υποδομές δικτύων, υπολογιστικού νέφους και προηγμένων υπηρεσιών αποτελούν το τεχνολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν υπηρεσίες δεδομένων, έρευνας και τεχνητής νοημοσύνης.
Από το ψηφιακό κράτος στις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις
Το ψηφιακό RRF δεν αφορούσε μόνο το Δημόσιο. Ένα μεγάλο μέρος των πόρων κατευθύνθηκε στον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των ΜμΕ.
Μέσα από προγράμματα όπως οι «Ψηφιακές Συναλλαγές», η «Ανάπτυξη Ψηφιακών Προϊόντων και Υπηρεσιών» και άλλες δράσεις, επιχειρήσεις απέκτησαν πρόσβαση σε χρηματοδότηση για POS, ηλεκτρονικές συναλλαγές, cloud, κυβερνοασφάλεια, ψηφιακά εργαλεία, ηλεκτρονικό εμπόριο και νέες τεχνολογίες.
Η παρέμβαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε ένα ψηφιακό Δημόσιο. Χρειάζεται και ψηφιακές επιχειρήσεις με μεγαλύτερη παραγωγικότητα και διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Κυριάκος Πιερρακάκης: ο πολιτικός αρχιτέκτονας της ψηφιακής μετάβασης

Στον απολογισμό του ψηφιακού RRF ξεχωρίζει ο ρόλος του Κυριάκου Πιερρακάκη, ο οποίος ως πρώτος υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στην κρίσιμη περίοδο εκκίνησης του «Ελλάδα 2.0», αποτέλεσε τον βασικό πολιτικό πρωταγωνιστή της νέας ψηφιακής αρχιτεκτονικής του κράτους. Η συμβολή του δεν περιορίστηκε στην προώθηση επιμέρους εφαρμογών. Η βασική πολιτική επιλογή ήταν να δημιουργηθούν οριζόντιες υποδομές, ώστε διαφορετικές υπηρεσίες και υπουργεία να μπορούν να λειτουργούν πάνω σε κοινό τεχνολογικό υπόβαθρο. Η διαλειτουργικότητα, η ενοποίηση των υπηρεσιών και το gov.gr αποτέλεσαν χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της λογικής.
Το 2021, η ΚτΠ κατέγραφε ήδη 448 μεγάλα έργα στη «Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού», εκ των οποίων 130 είχαν ξεκινήσει, ενώ ο Πιερρακάκης είχε θέσει ως στόχο την ταχεία προκήρυξη και υλοποίησή τους.
Έτσι, η περίοδος Πιερρακάκη αποτέλεσε το πολιτικό και θεσμικό σημείο εκκίνησης της μεγάλης ψηφιακής επιτάχυνσης που ακολούθησε με τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Η λογική του «ένα κράτος – μία ψηφιακή πύλη – κοινές υποδομές – διαλειτουργικά δεδομένα» έγινε η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε μεγάλο μέρος του επόμενου κύκλου.
Δημήτρης Παπαστεργίου: Από την ολοκλήρωση των έργων στο κράτος της Τεχνητής Νοημοσύνης

Ο Δημήτρης Παπαστεργίου ανέλαβε το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης σε μια κρίσιμη καμπή: το θεσμικό και τεχνολογικό οικοδόμημα της πρώτης περιόδου είχε πλέον δημιουργηθεί και το μεγάλο στοίχημα ήταν να περάσει από τον σχεδιασμό στη μαζική υλοποίηση των έργων του RRF. Η περίοδος Παπαστεργίου συνδέθηκε με την επιτάχυνση και ολοκλήρωση μεγάλων πληροφοριακών συστημάτων, την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας, την αναβάθμιση των ψηφιακών υποδομών και τη διεύρυνση των υπηρεσιών του gov.gr. Παράλληλα, το υπουργείο άρχισε να μετακινεί το κέντρο βάρους από την απλή ψηφιοποίηση στην αξιοποίηση των δεδομένων και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία των AI Factories, με το Pharos, ο σχεδιασμός νέων υποδομών υπολογιστικής ισχύος και η αξιοποίηση του υπερυπολογιστή «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» εντάσσονται σε αυτή τη νέα στρατηγική.
Με την ολοκλήρωση του RRF, η πρόκληση για τον Παπαστεργίου αλλάζει: δεν είναι πλέον μόνο να παραδοθούν έργα, αλλά να λειτουργήσουν ως ενιαίο ψηφιακό οικοσύστημα, μειώνοντας κόστος και γραφειοκρατία και αυξάνοντας την παραγωγικότητα του Δημοσίου. Από το ψηφιακό κράτος, η Ελλάδα καλείται πλέον να περάσει στο έξυπνο και data-driven κράτος.
Από το RRF στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης
Εδώ βρίσκεται πλέον το επόμενο μεγάλο στοίχημα. Το τέλος του RRF δεν σημαίνει το τέλος της ψηφιακής επένδυσης· σημαίνει τη μετάβαση σε μια νέα φάση, στην οποία το κέντρο βάρους μετακινείται από την ψηφιοποίηση στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει θέση στον ευρωπαϊκό χάρτη των AI Factories με το Pharos, το ελληνικό AI Factory που δημιουργήθηκε με τη συμμετοχή του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης και φορέων της έρευνας και της τεχνολογίας. Στόχος είναι να λειτουργήσει ως εθνικό οικοσύστημα υπολογιστικής ισχύος, δεδομένων, τεχνογνωσίας και υπηρεσιών ΤΝ για ερευνητές, startups, επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς. Το Pharos φιλοδοξεί να ενισχύσει την τεχνολογική αυτονομία της Ελλάδας και να αναπτύξει εφαρμογές σε κρίσιμους τομείς, όπως η Υγεία, η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός και η βιώσιμη ανάπτυξη.
Κομβικό στοιχείο του ελληνικού AI οικοσυστήματος είναι και ο υπερυπολογιστής «ΔΑΙΔΑΛΟΣ», ο οποίος προορίζεται να αποτελέσει τον υπολογιστικό πυρήνα του Pharos. Με προϋπολογισμό περίπου 58,9 εκατ. ευρώ και υπολογιστική ισχύ 89 PetaFlops, αποτελεί την υποδομή πάνω στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί η ελληνική δυνατότητα για απαιτητικά φορτία Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι απλώς τεχνολογική. Είναι γεωοικονομική. Η Ευρώπη επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και την Ασία σε υπολογιστική ισχύ και προηγμένα μοντέλα ΤΝ. Γι’ αυτό και το επόμενο επίπεδο είναι τα AI Gigafactories: εγκαταστάσεις τεράστιας κλίμακας που θα συγκεντρώνουν περισσότερους από 100.000 προηγμένους AI processors, τεράστιες ενεργειακές υποδομές, προηγμένα δίκτυα και υπολογιστική ισχύ για την ανάπτυξη και εκπαίδευση μοντέλων επόμενης γενιάς, ακόμη και με τρισεκατομμύρια παραμέτρους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται ήδη προς τη δημιουργία έως και επτά AI Gigafactories, με στόχο να κινητοποιήσει περισσότερα από 30 δισ. ευρώ συνολικών επενδύσεων. Η εξέλιξη αυτή μετατρέπει την υπολογιστική ισχύ σε στρατηγική υποδομή αντίστοιχη με την ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες. Μάλιστα, σήμερα η Ευρώπη προχωρά ήδη στην επέκταση του δικτύου των AI Factories, με την EuroHPC να έχει επιλέξει νέο σύστημα LUMI-AI στη Φινλανδία, συνολικού κόστους 387,8 εκατ. ευρώ.
Για την Ελλάδα, επομένως, η συζήτηση για ένα Mega AI Factory αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η χώρα διαθέτει πλέον Pharos, «ΔΑΙΔΑΛΟΣ», αναπτυσσόμενη αγορά data centers, ενεργειακό δυναμικό και ένα οικοσύστημα ψηφιακών επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων. Το επόμενο βήμα είναι να συνδεθούν όλα αυτά σε μια ενιαία στρατηγική υπολογιστικής ισχύος.
Το ερώτημα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι πλέον μόνο εάν η Ελλάδα μπορεί να ψηφιοποιήσει το κράτος. Είναι εάν μπορεί να γίνει παραγωγός υποδομών, δεδομένων και τεχνολογίας Τεχνητής Νοημοσύνης στην Ευρώπη.
Η μεγάλη παρακαταθήκη και η δύσκολη επόμενη ημέρα
Ο απολογισμός του RRF δεν είναι επομένως ένας κατάλογος πληροφοριακών συστημάτων. Είναι η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας νέος τεχνολογικός σκελετός για το ελληνικό κράτος και την οικονομία. Τα 7,8 δισ. ευρώ που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ως το ψηφιακό αποτύπωμα του ελληνικού RRF αντιστοιχούν περίπου στο 22% του συνολικού σχεδίου. Παράλληλα, άλλα 3,1 δισ. ευρώ από τα Ταμεία Συνοχής συνδέονται με τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Το αποτύπωμα είναι πλέον παντού: στο gov.gr, στον ψηφιακό φάκελο υγείας, στα διασυνδεδεμένα μητρώα, στο Κέντρο Διαλειτουργικότητας, στην ψηφιακή Δικαιοσύνη, στο Κτηματολόγιο, στην ΑΑΔΕ, στα cloud του Δημοσίου, στα δίκτυα και στις υποδομές κυβερνοασφάλειας. Και τώρα, πάνω σε αυτή τη βάση, αρχίζει να χτίζεται το επόμενο επίπεδο: Pharos, «ΔΑΙΔΑΛΟΣ», AI Factories και η ευρωπαϊκή μάχη για τα Gigafactories.
Όμως η πραγματική αποτίμηση αρχίζει τώρα.
Το RRF τελειώνει ως χρηματοδοτικός μηχανισμός, αλλά οι υποδομές που δημιούργησε πρέπει να λειτουργήσουν για δεκαετίες. Η Ελλάδα καλείται πλέον να περάσει από την εποχή της κατασκευής ψηφιακών έργων στην εποχή της αξιοποίησής τους. Να συντηρήσει τα συστήματα, να τα διασυνδέσει περισσότερο, να αξιοποιήσει τα δεδομένα, να ενσωματώσει τεχνητή νοημοσύνη και να διασφαλίσει ότι οι επενδύσεις δεν θα μετατραπούν σε νέα «σιλό» πληροφορικής.
Το μεγάλο στοίχημα του RRF δεν ήταν τελικά να αποκτήσει η Ελλάδα περισσότερες ηλεκτρονικές υπηρεσίες. Ήταν να αποκτήσει ένα διαφορετικό κράτος. Το πρώτο κύμα δημιούργησε τον ψηφιακό σκελετό. Το δεύτερο πρέπει να τον κάνει παραγωγικό: με δεδομένα, αυτοματισμούς, τεχνητή νοημοσύνη, υπολογιστική ισχύ και νέες ψηφιακές επιχειρήσεις.
Το RRF έδωσε στην Ελλάδα τους πόρους, το χρονοδιάγραμμα και την πολιτική πίεση για να πραγματοποιήσει ένα άλμα που επί χρόνια παρέμενε ζητούμενο. Η επόμενη πρόκληση είναι πολύ μεγαλύτερη: να μετατρέψει αυτό το ψηφιακό κεκτημένο σε μόνιμη παραγωγικότητα και να διεκδικήσει θέση στην ευρωπαϊκή αλυσίδα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Γιατί η πραγματική επιτυχία του RRF δεν θα κριθεί από το πόσα έργα προκηρύχθηκαν και υλοποιήθηκαν μέχρι σήμερα, αλλά από το τι κράτος και τι οικονομία θα λειτουργούν στην Ελλάδα μετά το RRF.
