Πολιτική

Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων: Πολυετείς δεσμεύσεις 42 δισ. ευρώ για την επόμενη τετραετία. Σημαντικές Δεσμεύσεις για το υπ. Ψηφιακής Διακυβέρνησης

Με αυξημένους πόρους αλλά και αυστηρότερους κανόνες εκτέλεσης εισέρχεται σε νέα φάση το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΑΠΔΕ), καθώς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ενεργοποιεί τον πολυετή προγραμματισμό για την περίοδο 2026-2029. Για πρώτη φορά, τα υπουργεία και οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δεν καλούνται να καταρτίσουν μόνο τον ετήσιο σχεδιασμό τους, αλλά να δεσμευθούν για το σύνολο των έργων, των συμβάσεων και των πληρωμών που θα πραγματοποιηθούν σε ορίζοντα τετραετίας.

Το συνολικό ύψος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για την περίοδο 2026-2029 διαμορφώνεται σε περίπου 42 δισ. ευρώ, καθώς προβλέπονται πιστώσεις ύψους 9,5 δισ. ευρώ για το 2026, 9,95 δισ. ευρώ για το 2027, 10,75 δισ. ευρώ για το 2028 και 11,75 δισ. ευρώ για το 2029. Παράλληλα, αυξάνεται σταδιακά και το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, δηλαδή το σκέλος που χρηματοδοτείται από εθνικούς πόρους, από 3,3 δισ. ευρώ το 2026 σε 4 δισ. ευρώ έως το 2029. Η σημαντικότερη αλλαγή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το ύψος των κονδυλίων αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα σχεδιάζονται και θα υλοποιούνται οι δημόσιες επενδύσεις. Κάθε υπουργείο θα πρέπει να καταγράψει αναλυτικά τις νομικές δεσμεύσεις που θα αναλάβει, τις συμβάσεις που πρόκειται να υπογράψει, το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των έργων και τις πληρωμές που θα πραγματοποιηθούν κάθε χρόνο. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αποτυπώσει τις υποχρεώσεις που μεταφέρονται στις επόμενες χρήσεις, ώστε το οικονομικό επιτελείο να έχει πλήρη εικόνα των μελλοντικών δημοσιονομικών βαρών.

Υποδομές, ενέργεια και ψηφιακά έργα στην πρώτη γραμμή

Στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030 εγκρίθηκαν ήδη τα 20 Τομεακά Προγράμματα Ανάπτυξης των υπουργείων, συνολικού ύψους 11,787 δισ. ευρώ μετά την υπερδέσμευση, ενώ μαζί με τα 13 Περιφερειακά Προγράμματα Ανάπτυξης και τα Ειδικά Προγράμματα ενεργοποιείται ένα επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που υπερβαίνει τα 22,4 δισ. ευρώ σε εθνικούς πόρους.

Οι μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις κατευθύνονται στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο διαχειρίζεται το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο έργων για οδικές, σιδηροδρομικές και αντιπλημμυρικές υποδομές. Ακολουθούν το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με έργα ενεργειακής μετάβασης, ηλεκτρικών διασυνδέσεων και περιβαλλοντικών υποδομών, το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, το οποίο αναλαμβάνει τη συνέχιση του ψηφιακού μετασχηματισμού του Δημοσίου, των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης και των ψηφιακών υπηρεσιών, καθώς και το Υπουργείο Ανάπτυξης, με δράσεις ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της βιομηχανίας. Αυξημένους πόρους προβλέπεται να διαχειριστεί και το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, λόγω των έργων πρόληψης φυσικών καταστροφών και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας.

Η έμφαση στις συγκεκριμένες πολιτικές αποτυπώνει τις κυβερνητικές προτεραιότητες για την επόμενη πενταετία, με επίκεντρο τις μεταφορές, την ενεργειακή ασφάλεια, την ψηφιοποίηση του κράτους, την κλιματική ανθεκτικότητα και τη στήριξη της παραγωγικής οικονομίας.

Νέοι κανόνες για τις δημόσιες επενδύσεις

Πέρα από τα διαθέσιμα κονδύλια, το νέο πλαίσιο αλλάζει ριζικά και τον τρόπο διαχείρισης των έργων. Κάθε υπουργείο καλείται να καταγράψει αναλυτικά τις νομικές δεσμεύσεις που θα αναλάβει, τις συμβάσεις που θα υπογράψει, τις πληρωμές ανά έτος και τις υποχρεώσεις που μεταφέρονται στις επόμενες χρήσεις. Παράλληλα, νέα έργα δεν θα μπορούν να εντάσσονται χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, ώριμες μελέτες και ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην ταχύτητα υλοποίησης. Οι οδηγίες του Υπουργείου προβλέπουν ότι έως το τέλος Σεπτεμβρίου κάθε έτους θα πρέπει να έχει εκτελεστεί τουλάχιστον το 75% του ετήσιου προγράμματος, ώστε να αποφεύγεται η μεταφορά μεγάλου όγκου πληρωμών στο τελευταίο τρίμηνο. Με αυτόν τον τρόπο το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων μετατρέπεται σε εργαλείο συνεχούς αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των υπουργείων, τα οποία θα κρίνονται όχι μόνο από το ύψος των πόρων που διαχειρίζονται, αλλά κυρίως από την ταχύτητα με την οποία δημοπρατούν, συμβασιοποιούν και ολοκληρώνουν τα έργα τους. Σε μια περίοδο που το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται και η χώρα εισέρχεται σε νέο επενδυτικό κύκλο, η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους δείκτες επιτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής.

Ο νέος προγραμματισμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς συμπίπτει με την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Το 2026 αποτελεί ουσιαστικά το τελευταίο έτος κατά το οποίο θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί και πληρωθεί τα περισσότερα έργα που χρηματοδοτούνται από το RRF. Από το 2027 και μετά, η αναπτυξιακή πολιτική θα στηριχθεί κυρίως στο ΕΣΠΑ 2021-2027, στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και στα νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νήσων. Αυτό σημαίνει ότι τα νέα έργα θα πρέπει να είναι πολύ πιο ώριμα από ό,τι στο παρελθόν. Η ένταξή τους στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα προϋποθέτει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και σαφή πρόβλεψη για το συνολικό κόστος μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Στόχος είναι να περιοριστεί η συσσώρευση ανεκτέλεστων έργων και να αποφευχθούν οι υπερδεσμεύσεις που επιβάρυναν τα προηγούμενα χρόνια τον προϋπολογισμό.

Περισσότεροι πόροι, αυστηρότερες δεσμεύσεις για τα υπουργεία

Οι νέες οδηγίες εισάγουν και αυστηρότερους δείκτες παρακολούθησης της εκτέλεσης του προγράμματος. Κεντρική επιδίωξη είναι η επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων, με το Υπουργείο να ζητά το μεγαλύτερο μέρος των δημοπρατήσεωντων συμβασιοποιήσεων και των πληρωμών να πραγματοποιείται μέσα στο ίδιο οικονομικό έτος. Ενδεικτικό της φιλοσοφίας του νέου πλαισίου είναι ότι έχει τεθεί ως στόχος η εκτέλεση τουλάχιστον του 75% του ετήσιου προγράμματος έως το τέλος Σεπτεμβρίου κάθε έτους, περιορίζοντας τη συνήθη μεταφορά μεγάλου όγκου δαπανών στους τελευταίους μήνες.

Στην πράξη, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων μετατρέπεται πλέον σε ένα εργαλείο συνεχούς αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας κάθε υπουργείου. Η επιτυχία δεν θα μετριέται μόνο από το ύψος των κονδυλίων που εξασφαλίζει ένας φορέας, αλλά κυρίως από την ταχύτητα με την οποία ωριμάζει έργα, προχωρά σε διαγωνισμούς, υπογράφει συμβάσεις, απορροφά τους διαθέσιμους πόρους και ολοκληρώνει τις επενδύσεις εντός χρονοδιαγράμματος. Για υπουργεία με μεγάλο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, όπως το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η επόμενη τριετία θα αποτελέσει ουσιαστικά το πρώτο μεγάλο τεστ του νέου μοντέλου διαχείρισης των δημόσιων επενδύσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επιχειρεί να διατηρήσει τον υψηλό επενδυτικό ρυθμό και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

close menu