Η επόμενη ημέρα της Μεγαλόπολης μετά τον λιγνίτη θα έπρεπε να αποτελεί πεδίο συνεννόησης. Αντ’ αυτού, εξελίσσεται σε μια από τις πιο σκληρές αυτοδιοικητικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών, με τον δήμαρχο Κωνσταντίνο Μιχόπουλο και τον προκάτοχό του, Αθανάσιο Χριστογιαννόπουλο, να ανταλλάσσουν βαριές κατηγορίες για το ποιος ευθύνεται για τις καθυστερήσεις και ποιος δικαιούται να πιστωθεί το μεγαλύτερο αναπτυξιακό σχέδιο που έχει σήμερα η πόλη. Στο επίκεντρο βρίσκεται η δημιουργία Βιομηχανικού Πάρκου προϋπολογισμού 25 εκατ. ευρώ, αλλά και συνολικά ο σχεδιασμός για τα Επιχειρηματικά Πάρκα της Μεγαλόπολης, έργα που θεωρούνται κομβικά για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την αντικατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας που χάθηκε με την απολιγνιτοποίηση. Η αντιπαράθεση ξέσπασε με αφορμή την έκτακτη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, όπου συζητήθηκαν οι εξελίξεις γύρω από την υποβολή του φακέλου της Εταιρείας Ανάπτυξης Βιομηχανικού Πάρκου «Γόρτυνος» για την ένταξη του έργου στο Πρόγραμμα Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης. Όσοι παρακολούθησαν τη συνεδρίαση κάνουν λόγο για μία από τις πιο επεισοδιακές των τελευταίων ετών, με τις πολιτικές διαφωνίες να μετατρέπονται σε προσωπική σύγκρουση.
Από το δημοτικό συμβούλιο στις προσωπικές επιθέσεις
Η συνέχεια δόθηκε εκτός της αίθουσας του Δημοτικού Συμβουλίου. Με ανακοινώσεις εκατέρωθεν, οι τόνοι ανέβηκαν ακόμη περισσότερο. Ο δήμαρχος Κωνσταντίνος Μιχόπουλος καταλόγισε στον προκάτοχό του ότι επί σειρά ετών δεν προχώρησε τις απαιτούμενες διαδικασίες για την ίδρυση Βιομηχανικού Πάρκου, χάνοντας πολύτιμο χρόνο για τη Μεγαλόπολη. Μάλιστα, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, τον χαρακτήρισε «νεκροθάφτη της Μεγαλόπολης», υποστηρίζοντας ότι οι παραλείψεις της προηγούμενης δημοτικής αρχής στέρησαν από την περιοχή αναπτυξιακές ευκαιρίες και χρηματοδοτήσεις.
Ο Αθανάσιος Χριστογιαννόπουλος απάντησε σε αντίστοιχα υψηλούς τόνους. Κατηγόρησε τη σημερινή δημοτική αρχή ότι επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία των επιχειρηματικών πάρκων, αποσιωπώντας τις ενέργειες που είχαν γίνει τα προηγούμενα χρόνια, ενώ υποστήριξε ότι οι σημερινοί χειρισμοί οδηγούν το έργο σε αδιέξοδο. Χρησιμοποιώντας την ίδια πολεμική φρασεολογία, έκανε λόγο για «ταφόπλακα» στα επιχειρηματικά πάρκα, κατηγορώντας παράλληλα τη δημοτική αρχή ότι καλλιέργησε υπερβολικές προσδοκίες στους πολίτες. Πίσω από τη δημόσια αντιπαράθεση, ωστόσο, εξελίσσεται και μια λιγότερο ορατή πολιτική μάχη. Η Μεγαλόπολη αποτελεί μία από τις ελάχιστες περιοχές της χώρας που συγκεντρώνουν τόσο μεγάλο όγκο πόρων από το Πρόγραμμα Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης και, σύμφωνα με αυτοδιοικητικούς και κυβερνητικούς παράγοντες, οι εξελίξεις παρακολουθούνται στενά από την Αθήνα. Ο λόγος είναι προφανής: η επιτυχία ή η αποτυχία των πρώτων μεγάλων επενδύσεων θα αποτελέσει ουσιαστικά το «τεστ» της κυβερνητικής πολιτικής για τη μεταλιγνιτική μετάβαση.
Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώσει οι επαφές μεταξύ του Δήμου, της Μονάδας Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, της Περιφέρειας Πελοποννήσου και στελεχών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με στόχο να μην υπάρξουν νέες εμπλοκές στις διαδικασίες ωρίμανσης των έργων. Πηγές που παρακολουθούν τον σχεδιασμό επισημαίνουν ότι κάθε νέα καθυστέρηση ενδέχεται να επηρεάσει τα συνολικά χρονοδιαγράμματα απορρόφησης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, γεγονός που προκαλεί εύλογη ανησυχία.
Το μεγάλο διακύβευμα της μεταλιγνιτικής εποχής
Πίσω όμως από τη σκληρή πολιτική αντιπαράθεση κρύβεται μια πραγματικότητα που δύσκολα αμφισβητείται. Η Μεγαλόπολη βρίσκεται στην πιο κρίσιμη καμπή της μεταπολεμικής ιστορίας της. Με τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ να αποτελούν πλέον παρελθόν, η τοπική οικονομία αναζητεί επειγόντως νέα αναπτυξιακά στηρίγματα. Τα κονδύλια του Προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης θεωρούνται ίσως η τελευταία μεγάλη ευκαιρία για να δημιουργηθεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο πριν η περιοχή εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης, ανεργίας και δημογραφικής συρρίκνωσης. Το Βιομηχανικό Πάρκο αποτελεί βασικό πυλώνα αυτού του σχεδιασμού. Η δημιουργία οργανωμένου χώρου εγκατάστασης επιχειρήσεων θεωρείται προϋπόθεση για την προσέλκυση βιομηχανικών επενδύσεων, ενώ γύρω από αυτόν σχεδιάζονται και συμπληρωματικές δράσεις, όπως υποδομές logistics, δραστηριότητες βιοοικονομίας και νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις που φιλοδοξούν να αξιοποιήσουν τις εκτάσεις της πρώην λιγνιτικής δραστηριότητας.
Παράλληλα, η υπόθεση έχει αποκτήσει και έντονη πολιτική διάσταση, καθώς τόσο η σημερινή όσο και η προηγούμενη δημοτική αρχή γνωρίζουν ότι η έκβαση του έργου θα αποτελέσει βασικό κριτήριο αξιολόγησης από τους πολίτες στις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Για τη δημοτική αρχή, η υλοποίηση του Βιομηχανικού Πάρκου θα πιστωθεί ως η μεγαλύτερη αναπτυξιακή επιτυχία της θητείας της. Για την αντιπολίτευση, αντίθετα, τυχόν καθυστερήσεις ή αποτυχίες αποτελούν επιχείρημα ότι οι κυβερνητικές εξαγγελίες για τη μεταλιγνιτική ανάπτυξη παραμένουν χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η αντιπαράθεση δεν πρόκειται να περιοριστεί στο πολιτικό επίπεδο. Η δημοτική αρχή αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο δικαστικών ενεργειών για αποφάσεις της προηγούμενης διοίκησης, ενώ και η πλευρά του πρώην δημάρχου εμφανίζεται αποφασισμένη να υπερασπιστεί τους χειρισμούς της, θεωρώντας ότι επιχειρείται πολιτική στοχοποίησή της.
Το αποτέλεσμα είναι η Μεγαλόπολη να εμφανίζεται βαθιά διχασμένη την ώρα που θα έπρεπε να δίνει μάχη για την ταχύτερη δυνατή αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Το ερώτημα που πλέον απασχολεί όχι μόνο την τοπική κοινωνία αλλά και όσους παρακολουθούν την πορεία των έργων της Δίκαιης Μετάβασης είναι αν η πολιτική αυτή σύγκρουση θα παραμείνει σε επίπεδο δηλώσεων ή αν θα επηρεάσει την υλοποίηση ενός έργου που θεωρείται καθοριστικό για το μέλλον της Μεγαλόπολης. Γιατί, όσο οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν ευθύνες, η αντίστροφη μέτρηση για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων συνεχίζεται και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα υπάρξει δεύτερη ευκαιρία.


