Επί παντος επιστητού

Ο Φειδίας, οι μύθοι, το παραμύθι και η πολιτική επιρροή των social media

του Γιάννη Χαλαβαζή

Το πολιτικό εγχείρημα που έστησε ο Φειδίας Παναγιώτου και τις προσδοκίες για διψήφια εκλογική επίδοση στις πρόσφατες κυπριακές εκλογές, κατέληξε να λειτουργεί περισσότερο ως ένα ακόμη πείραμα της εποχής των social media παρά ως σοβαρή πολιτική πρόταση. Η αποτυχία επίτευξης του εκλογικού στόχου του κόμματος της «Άμεσης Δημοκρατίας» δεν αφορά απλώς ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα· αποτελεί ένδειξη των βαθύτερων αδυναμιών που χαρακτηρίζουν τη λεγόμενη «ψηφιακή πολιτική κινητοποίηση». Τα social media έχουν καλλιεργήσει μια επικίνδυνη αυταπάτη: ότι η απήχηση ισοδυναμεί με πολιτική ισχύ. Τα likes, τα views και η προσωρινή viral προβολή βαφτίζονται «κοινωνική δυναμική», ενώ στην πραγματικότητα συχνά πρόκειται για επιφανειακή κατανάλωση περιεχομένου χωρίς σταθερό ιδεολογικό υπόβαθρο. Η πολιτική όμως δεν είναι προϊόν αλγορίθμων. Είναι διαδικασία συγκρότησης θέσεων, κοινωνικών συμμαχιών και διαρκούς εμπιστοσύνης.

Η «περίπτωση Φειδία» αναδεικνύει επίσης την αποσύνδεση που δημιουργείται ανάμεσα στο ψηφιακό κοινό και την πραγματική πολιτική συμμετοχή. Οι διαδικτυακές «ομάδες υποστήριξης» είναι ρευστές, απρόβλεπτες με εύκολα μεταβολές, χωρίς μεγάλη πολιτική βαρύτητα. Δεν συγκροτούν σταθερές πολιτικές ταυτότητες, ούτε αντέχουν στη δοκιμασία της κάλπης, όπου απαιτείται συνέπεια, πρόγραμμα και βάθος επιχειρημάτων. Την ίδια στιγμή, οι παραδοσιακοί μηχανισμοί πολιτικής επικοινωνίας δείχνουν συχνά ανίκανοι να προσαρμοστούν. Κόμματα που στηρίζονται ακόμη σε ξεπερασμένες μορφές οργανωτικής παρουσίας και μονόδρομης επικοινωνίας, αδυνατούν να συνομιλήσουν ουσιαστικά με το ψηφιακό κοινό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κενό μπορεί να καλυφθεί από πρόχειρα, προσωποπαγή «κινήματα influencer πολιτικής».

Η υπερπροβολή προσώπων αντί θέσεων οδηγεί τελικά σε πολιτικό θόρυβο χωρίς περιεχόμενο. Και όταν ο θόρυβος αυτός δοκιμάζεται στην κάλπη, αποκαλύπτεται η πραγματική του ένδεια. Η κοινωνία μπορεί να παρακολουθεί, να αντιδρά και να συμμετέχει διαδικτυακά, αλλά όταν καλείται να αποφασίσει, επιστρέφει –δικαίως– σε κριτήρια σταθερότητας, αξιοπιστίας και πολιτικής σοβαρότητας.

Παράλληλα η ίδια η αρχιτεκτονική των social media δεν ενισχύει την πολιτική βαρύτητα. Το αντίθετο μάλιστα είναι ευκολότερο.

Οι πλατφόρμες επιβραβεύουν την υπερβολή, την απλοποίηση και την συναισθηματική ένταση, όχι την τεκμηρίωση και τη σύνθετη επιχειρηματολογία. Έτσι, η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε σειρά από στιγμιαίες αντιδράσεις και συμπεριφορές, όπου η ουσία υποχωρεί μπροστά στην ταχύτητα και την εντύπωση. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η πολιτική ουσία δεν χτίζεται, αλλά καταναλώνεται. Η αδυναμία και απουσία οργανωτικής δομής και ιδεολογικής συνοχής σε τέτοια εγχειρήματα οδηγεί αναπόφευκτα σε αστάθεια. Χωρίς σαφές πρόγραμμα, στελέχη και θεσμική συνέχεια, κάθε πολιτική προσπάθεια εξαρτάται αποκλειστικά από τη δημοφιλία του προσώπου που την εκφράζει. Όταν η δημοφιλία αυτή φθίνει ή δοκιμάζεται στην πραγματική εκλογική διαδικασία, το οικοδόμημα καταρρέει. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική «φούσκα» που αποκαλύπτει τα όρια της ψηφιακής αυταπάτης απέναντι στην πραγματική δημοκρατική διαδικασία.

Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά αναγκαίο: τα social media μπορούν να παράγουν εντύπωση, όχι απαραίτητα πολιτική ισχύ. Και όσο η πολιτική θα επιχειρεί να υποκατασταθεί από την επικοινωνιακή επιφάνεια και επικοινωνία, τόσο θα πολλαπλασιάζονται τα φαινόμενα πρόσκαιρης «έκρηξης» που καταλήγουν σε εκλογική αποτυχία και αποδόμηση προσδοκιών.

Όλα αυτά εν όψει των επερχόμενων ελληνικών εκλογών.

close menu