Μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο επεισοδίων, χωρίς να περιορίσει την πρόσβαση των πολιτών στην ενημέρωση και την επικοινωνία;
Το ερώτημα επανέρχεται στη Γαλλία μετά την αποκάλυψη του μέσου ενημέρωσης Blast, σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί προετοίμασε τη δυνατότητα προσωρινής διακοπής της πρόσβασης σε δημοφιλή μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενόψει των διαδηλώσεων της 24ης Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με το Blast, σε επιστολή με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου προς τους επικεφαλής των Orange, SFR, Free και Bouygues Telecom, ο Γάλλος πρωθυπουργός ζήτησε από τις εταιρείες να προετοιμαστούν τεχνικά ώστε να μπορούν, εφόσον λάμβαναν σχετική εντολή, να διακόψουν την πρόσβαση στις συγκεκριμένες υπηρεσίες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αρχικά, η επιστολή αφορούσε τα TikTok, Instagram και Snapchat, ενώ το X προστέθηκε στη συνέχεια.
Το σχέδιο συνδέθηκε με τα επεισόδια που είχαν σημειωθεί σε διαδηλώσεις στις 17 και 18 Οκτωβρίου. Όπως αναφέρει το Blast, η κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα κοινωνικά δίκτυα χρησιμοποιήθηκαν για τη διάδοση παράνομων εκκλήσεων και τον συντονισμό ενεργειών, όπως λεηλασίες. Η επιστολή δεν αποτελούσε εντολή άμεσης διακοπής, αλλά ζητούσε την προετοιμασία για το ενδεχόμενο εφαρμογής του μέτρου για λίγες ώρες.
Η υπόθεση απέκτησε νέα διάσταση στις 28 Οκτωβρίου, όταν ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, αναγνώρισε ότι ο Λεκορνί είχε πραγματοποιήσει σχετικές συζητήσεις, χωρίς να αποσαφηνίσει το περιεχόμενό τους. Ο Μακρόν άσκησε παράλληλα κριτική στην αρχική ανταπόκριση των πλατφορμών σε αιτήματα των αρχών για την αφαίρεση παράνομου περιεχομένου, σημειώνοντας ότι η συνεργασία τους ήταν καλύτερη στις επόμενες διαδηλώσεις.
Οι αντιρρήσεις των τηλεπικοινωνιακών παρόχων
Σύμφωνα με το Blast, οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις τόσο για την τεχνική εφαρμογή όσο και για τη νομιμότητα του σχεδίου.
Σε τηλεδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 23 Οκτωβρίου, με τη συμμετοχή κυβερνητικών υπηρεσιών και των νομικών διευθύνσεων των τεσσάρων ομίλων, οι πάροχοι φέρεται να επισήμαναν ότι δεν μπορούσαν να εγγυηθούν την εφαρμογή, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ενός αποκλεισμού που θα αφορούσε συγκεκριμένες περιοχές και μόνο κινητές συσκευές.
Η τεχνική λύση που εξεταζόταν βασιζόταν στο φιλτράρισμα DNS, μια μέθοδο που μπορεί να εμποδίσει την κανονική πρόσβαση σε μια διαδικτυακή υπηρεσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εφαρμογή εξαφανίζεται από το κινητό ή ότι η ίδια η πλατφόρμα παύει να λειτουργεί. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου αποκλεισμού μπορεί να περιοριστεί από εναλλακτικούς τρόπους σύνδεσης, όπως η χρήση VPN.
Οι επιφυλάξεις, ωστόσο, δεν αφορούσαν μόνο την τεχνολογία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι νομικές υπηρεσίες των εταιρειών έθεσαν ερωτήματα για τη νομική βάση της παρέμβασης, τη διάρκειά της και το κατά πόσο ήταν αναγκαία. Οι πάροχοι φέρεται να ζήτησαν επίσημη, υπογεγραμμένη και αιτιολογημένη πράξη, ενώ η κυβέρνηση εξέταζε το ενδεχόμενο να απευθύνει ξεχωριστή εντολή σε κάθε εταιρεία.
Η διακοπή τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με το Blast. Η υπόθεση, ωστόσο, ανέδειξε μια κρίσιμη διάκριση: η τεχνική δυνατότητα αποκλεισμού μιας υπηρεσίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η εφαρμογή του μέτρου είναι νομικά επιτρεπτή ή ότι θα είναι αποτελεσματική.
Το προηγούμενο της Νέας Καληδονίας
Η Γαλλία είχε βρεθεί αντιμέτωπη με ανάλογο ζήτημα και το 2024. Κατά τη διάρκεια σοβαρών ταραχών στη Νέα Καληδονία, η κυβέρνηση διέκοψε προσωρινά την πρόσβαση στο TikTok στην περιοχή.
Την 1η Απριλίου 2025, το γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε τη συγκεκριμένη απόφαση. Το δικαστήριο έκρινε ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορεί να δικαιολογηθεί η προσωρινή διακοπή πρόσβασης σε ένα κοινωνικό δίκτυο, εφόσον το μέτρο είναι απολύτως αναγκαίο, δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμες λιγότερο περιοριστικές εναλλακτικές λύσεις και ο αποκλεισμός διαρκεί μόνο όσο απαιτείται για την αναζήτηση και εφαρμογή τέτοιων λύσεων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαστήριο έκρινε ότι ο αποκλεισμός του TikTok είχε επιβληθεί για αόριστο χρονικό διάστημα, χωρίς να συνδέεται με την αδυναμία εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων. Για τον λόγο αυτό, έκρινε ότι η παρέμβαση περιόριζε δυσανάλογα την ελευθερία της έκφρασης, την επικοινωνία και την πρόσβαση στην πληροφόρηση.
Η απόφαση δεν απαγορεύει κάθε ενδεχόμενο προσωρινού αποκλεισμού. Θέτει, όμως, αυστηρές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Στην υπόθεση του Οκτωβρίου δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να έχει κρίνει τη νομιμότητα του σχεδίου που αποκαλύφθηκε από το Blast. Το προηγούμενο της Νέας Καληδονίας δείχνει, πάντως, ότι η επίκληση της δημόσιας ασφάλειας δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει έναν γενικευμένο περιορισμό.
Γιατί το ζήτημα αφορά και την Ελλάδα
Η γαλλική υπόθεση θέτει ένα ερώτημα που αφορά κάθε ευρωπαϊκή δημοκρατία. Πώς μπορεί να προστατεύεται η δημόσια ασφάλεια χωρίς να επιβάλλονται αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην ενημέρωση και την ελευθερία της έκφρασης;
Στην Ελλάδα, το ζήτημα συνδέεται με το συνταγματικό πλαίσιο. Το άρθρο 5Α του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα στην πληροφόρηση και τη συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Προβλέπει, επίσης, ότι περιορισμοί στο δικαίωμα πληροφόρησης μπορούν να επιβληθούν με νόμο μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για συγκεκριμένους λόγους. Παράλληλα, το άρθρο 14 προστατεύει την ελευθερία του Τύπου και απαγορεύει τη λογοκρισία και τα προληπτικά μέτρα, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του Συντάγματος.
Τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν πλέον βασικό δίαυλο ενημέρωσης για μεγάλο μέρος του κοινού. Κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης χρησιμοποιούνται τόσο για την οργάνωση και τον συντονισμό συγκεντρώσεων όσο και για τη μετάδοση εικόνων, την καταγραφή περιστατικών και την ενημέρωση των πολιτών σε πραγματικό χρόνο.
Ένας γενικευμένος αποκλεισμός θα μπορούσε, επομένως, να επηρεάσει όχι μόνο όσους ενδεχομένως χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες για παράνομους σκοπούς, αλλά και δημοσιογράφους, ειρηνικούς διαδηλωτές, αυτόπτες μάρτυρες και πολίτες που αναζητούν πληροφορίες. Γι’ αυτό έχει σημασία να εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες παράνομες ενέργειες χωρίς να περιορίζουν συνολικά την πρόσβαση στις πλατφόρμες.
Η ευρωπαϊκή διάσταση και ο ρόλος των πλατφορμών
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA) θεσπίζει κοινό πλαίσιο υποχρεώσεων για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Για τις μεγαλύτερες πλατφόρμες προβλέπονται, μεταξύ άλλων, υποχρεώσεις αξιολόγησης και περιορισμού συστημικών κινδύνων που συνδέονται με τη λειτουργία τους, με ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις των μέτρων στα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο επιδιώκει να συνδυάσει την αντιμετώπιση παράνομων ενεργειών με την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της ενημέρωσης. Οι υποχρεώσεις των πλατφορμών για τη διαχείριση παράνομου περιεχομένου, ωστόσο, δεν ισοδυναμούν με γενική εξουσιοδότηση προς τις κυβερνήσεις να διακόπτουν την πρόσβαση σε κοινωνικά δίκτυα. Η νομιμότητα μιας τέτοιας κρατικής παρέμβασης εξαρτάται από τη συγκεκριμένη νομική βάση και τις περιστάσεις της υπόθεσης.
Έτσι, η υπόθεση της Γαλλίας φέρνει στο προσκήνιο μια δύσκολη ισορροπία. Από τη μία, την ανάγκη αντιμετώπισης πραγματικών απειλών για τη δημόσια ασφάλεια και από την άλλη, την προστασία της ενημέρωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν ένα κράτος διαθέτει την τεχνική δυνατότητα να αποκλείσει μια υπηρεσία, αλλά αν μπορεί να τεκμηριώσει ότι η παρέμβαση είναι νόμιμη, αναγκαία, αναλογική και χρονικά περιορισμένη. Στην ψηφιακή εποχή, η πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα δεν αφορά μόνο την ψυχαγωγία ή την επικοινωνία μεταξύ φίλων, αλλά και τη δυνατότητα των πολιτών να ενημερώνονται, να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και να καταγράφουν όσα συμβαίνουν γύρω τους.


