Με την λακωνική ανακοίνωση της «Κοινωνίας της Πληροφορίας» ματαιώνεται η διενέργειας του Ηλεκτρονικού Ανοικτού Άνω των Ορίων Διαγωνισμού σε Τμήματα, της υπ’ αρ. 4859/07-03-2025 Διακήρυξης, για το έργο: «Ενιαίο Εθνικό Σύστημα Ψηφιακής Καταγραφής & Διαχείρισης Ελέγχων & Προστίμων Τροχαίας-Ελληνικής Αστυνομίας» με κωδικό ΟΠΣ 5225710.
Η απόφαση της «ΚτΠ» είχε και την σύμφωνη γνώμη του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρη Παπαστεργίου. Έτσι δόθηκε οριστικό τέλος στον πολυσυζητημένο διαγωνισμός για τη δημιουργία Δικτύου καμερών ελέγχου της κυκλοφορίας και μιας διακήρυξης που χαρακτηριζόταν από προσφυγές και έντονες αντιδράσεις ως «απόλυτα φωτογραφική». Στην ακύρωση συνεκτιμήθηκε ότι θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις, πέρα από σημαντική επιβάρυνση στο κόστος ενός έργου που δεν διασφάλιζε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Σύμφωνα με την απόφαση (με βάση το άρθρο 106 του Ν. 4412/2016 και την υπ’ αριθμ. πρωτ. 18545 ΕΞ 2026/21.05.2026 εισήγηση), η ματαίωση διαγωνιστικής διαδικασίας επιτρέπεται όταν εντοπίζονται σφάλματα ή παραλείψεις σε οποιοδήποτε στάδιο. Η αναθέτουσα αρχή, κατόπιν γνώμης αρμόδιου οργάνου, μπορεί να ακυρώσει συνολικά ή μερικά τη διαδικασία, να τροποποιήσει το αποτέλεσμά της ή να την επαναλάβει από το σημείο όπου εντοπίστηκε το πρόβλημα.
Ποιο ήταν το έργο
Πριν ακόμη κατατεθούν οι προσφορές, είχαν ήδη υποβληθεί τουλάχιστον τρεις προσφυγές στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) σχετικά με τους όρους του διαγωνισμού για το έργο «Ενιαίο Εθνικό Σύστημα Ψηφιακής Καταγραφής & Διαχείρισης Ελέγχων & Προστίμων Τροχαίας της Ελληνικής Αστυνομίας», συνολικού προϋπολογισμού 90 εκατ. ευρώ, το οποίο τελικά Ο διαγωνισμός είχε προκηρυχθεί στις 30 Απριλίου, με αρχικό προϋπολογισμό 35,5 εκατ. ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), διάρκεια 6 ετών και δικαίωμα προαίρεσης 100%, ανεβάζοντας τη συνολική αξία στα 88 εκατ. ευρώ, με δυνατότητα επέκτασης της σύμβασης για επιπλέον 6 έτη.
Ως προθεσμία υποβολής προσφορών είχε οριστεί η 9η Ιουνίου 2026, ωστόσο προσφυγές κατατέθηκαν από ενδιαφερόμενους στην ΕΑΔΗΣΥ, οι οποίοι έκαναν λόγο για όρους που, όπως υποστηρίζεται, δημιουργούσαν ζητήματα νομιμότητας, ασάφειας και περιορισμού του ανταγωνισμού. Οι διαμαρτυρίες ανέφεραν ότι η διακήρυξη περιείχε τεχνικές προδιαγραφές με ιδιαίτερα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που φέρονταν να ευνοούν συγκεκριμένες λύσεις.
Οι κάμερες «φωτογραφίζουν» συγκεκριμένους αναδόχους
Στις προσφυγές επισημαίνεται ότι είχαν τεθεί ιδιαίτερα εξειδικευμένες προδιαγραφές, όπως για παράδειγμα όρια στο βάρος και στην κατανάλωση ενέργειας των καμερών. Συγκεκριμένα αναφερόταν ότι για συσκευές 4 λωρίδων προβλεπόταν βάρος έως 4 kg και κατανάλωση έως 35 W, ενώ για συσκευές 2 λωρίδων έως 3 kg και 25 W αντίστοιχα. Ωστόσο, σύμφωνα με τις προσφυγές, δεν τεκμηριωνόταν ο τεχνικός λόγος αυτών των επιλογών.
Όπως τονιζόταν, σε συστήματα υπαίθριας εγκατάστασης το κρίσιμο στοιχείο είναι η στατική επάρκεια και η ασφάλεια στήριξης και όχι συγκεκριμένα εμπορικά χαρακτηριστικά που μπορεί να αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα προϊόντα. Επιπλέον, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, οι εν λόγω προδιαγραφές φέρονται να αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα μοντέλα τύπου «QCAM7» και «QCAM5» συγκεκριμένης εταιρείας.
Παράλληλα, στις προσφυγές αναφέρεται ότι το έργο περιλαμβάνει τρεις βασικές παραβάσεις (παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, χρήση λεωφορειολωρίδας και υπέρβαση ταχύτητας), ενώ οι προδιαγραφές εισήγαγαν πρόσθετες δυνατότητες που παραπέμπουν σε εμπορικά προϊόντα προηγμένων συστημάτων ανάλυσης κυκλοφορίας.
Επιπλέον, σημειώνεται ότι η απαίτηση για ανίχνευση χρήσης κινητού τηλεφώνου και μη χρήσης ζώνης ασφαλείας αποτελεί πρόσθετη λειτουργία που δεν συνδέεται άμεσα με τον βασικό σκοπό του έργου και μπορεί να αποκλείσει λύσεις που καλύπτουν τις κύριες απαιτήσεις.
Φωτογραφίες μέχρι και στους στύλους!
Σε άλλη προσφυγή επισημαίνονται ιδιαίτερα λεπτομερείς προδιαγραφές για τους ιστούς στήριξης των καμερών, όπου καθορίζονται συγκεκριμένες διαστάσεις, υλικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά (όπως διάμετρος, πάχος και ύψος).
Όπως αναφέρεται, η διακήρυξη δεν περιορίζεται σε γενικές απαιτήσεις αντοχής και ασφάλειας, αλλά ορίζει συγκεκριμένα τεχνικά στοιχεία που, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, θα έπρεπε να προκύπτουν από τη μελέτη του συνολικού συστήματος και όχι να επιβάλλονται εκ των προτέρων.
Κατά τις ίδιες αναφορές, αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε αντιστροφή της λογικής του διαγωνισμού, καθώς προδιαγράφεται έμμεσα το είδος του εξοπλισμού αντί να αφήνεται ανοικτός ο ανταγωνισμός.
Μια ακόμη εταιρεία υποστηρίζει ότι οι απαιτήσεις για τους ιστούς υπερβαίνουν τις αναγκαίες τεχνικές προδιαγραφές και δεν δικαιολογούνται πλήρως από τις ανάγκες στήριξης, δεδομένου ότι οι χαλύβδινοι ιστοί μπορούν να αντέξουν σημαντικά μεγαλύτερα φορτία από τα προβλεπόμενα.
Όργια παρεμβάσεων και στην επίδειξη
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη διαδικασία της ζωντανής επίδειξης (live demo). Σύμφωνα με τους όρους, οι συμμετέχοντες θα έπρεπε να παρουσιάσουν τη λύση τους εντός 7–10 ημερών από σχετική ειδοποίηση, με την αξιολόγηση να αντιστοιχεί στο 25% της συνολικής βαθμολογίας.
Όπως σημειώνεται στις προσφυγές, ο χρόνος προετοιμασίας θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένος, ενώ δεν καθορίζονται επαρκώς τα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης της επίδειξης. Αυτό, σύμφωνα με τους διαμαρτυρόμενους, αφήνει μεγάλο περιθώριο υποκειμενικής κρίσης.
Μετά τις «φωτογραφίες» οι ασάφειες και οι αντιφάσεις
Πέρα από τις τεχνικές προδιαγραφές, καταγράφηκαν και ασάφειες που, σύμφωνα με τις προσφυγές, δημιουργούσαν σημαντικά ζητήματα στην υλοποίηση του έργου. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται η γενική πρόβλεψη για εγκατάσταση 1.000 καμερών χωρίς σαφή καθορισμό των σημείων τοποθέτησης και του σχετικού κόστους.
Επιπλέον, επισημαίνονται ασάφειες στη χρήση όρων όπως κάμερες, συσκευές και φορητά συστήματα, χωρίς σαφή τεχνική διάκριση, γεγονός που, σύμφωνα με τους ενδιαφερόμενους, δημιουργεί σύγχυση ως προς τις απαιτήσεις.
Οι κορυφαίες και καθοριστικές ασάφειες
Σημαντικό ζήτημα αποτέλεσε και η μη επαρκής τεκμηρίωση της μη υποδιαίρεσης της σύμβασης σε τμήματα. Σύμφωνα με τις προσφυγές, το έργο θα μπορούσε να χωριστεί, καθώς περιλαμβάνει διαφορετικές τεχνικές κατηγορίες καμερών με διαφορετικές απαιτήσεις.
Υποστηρίζεται ότι η ενιαία προκήρυξη περιορίζει τον ανταγωνισμό και αναγκάζει διαφορετικούς παρόχους να συνεργαστούν υποχρεωτικά, ακόμη και σε τομείς που δεν αποτελούν το βασικό αντικείμενο της τεχνολογικής τους δραστηριότητας.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η χρηματοδότηση του έργου συνδέεται με τα έσοδα από τα πρόστιμα, γεγονός που δημιουργεί, σύμφωνα με τις προσφυγές, αβεβαιότητα ως προς τη σταθερότητα των πληρωμών και την ομαλή εκτέλεση της σύμβασης.
Πρόβλημα η χρηματοδότηση από τα πρόστιμα
Ένα από τα βασικά σημεία που τέθηκαν στις προσφυγές αφορά το χρηματοδοτικό μοντέλο του έργου, το οποίο βασίζεται σε έσοδα από παραβάσεις. Σύμφωνα με τη διακήρυξη, οι πληρωμές θα ξεκινούσαν από το τρίτο έτος και θα εξαρτώνταν από τα διαθέσιμα έσοδα.
Αυτό, όπως υποστηρίζεται, δεν εξασφαλίζει πλήρη και σταθερή αποπληρωμή του έργου, καθώς σε περίπτωση χαμηλότερων εσόδων οι πληρωμές θα μπορούσαν να μειωθούν αντίστοιχα. Επιπλέον, αναφέρονται ελλείψεις σε βασικές προβλέψεις όπως προκαταβολές, σαφής ροή πληρωμών και μηχανισμοί κάλυψης τμηματικών δαπανών.
Μετά από όλα τα παραπάνω, η απόφαση ματαίωσης του διαγωνισμού χαρακτηρίζεται από την πλευρά του υπουργείου ως αναγκαία κίνηση, ώστε να αποφευχθούν προβλήματα νομιμότητας, εφαρμογής και λειτουργικότητας σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο έργο ψηφιακής υποδομής.


