Οικονομία

Taxisnet: Φορολογούμενος υποστηρίζει ότι «χάκαραν» τις δηλώσεις του

Μια πρωτόγνωρη υπόθεση με έντονο χρώμα κυβερνοασφάλειας και φορολογικής περιπλοκής εξετάστηκε από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, με πρωταγωνιστή έναν φορολογούμενο από τους Αγίους Αναργύρους, ο οποίος βρέθηκε να εμφανίζει εισοδήματα από οικοδομικές εργασίες τις οποίες, όπως υποστηρίζει, δεν έκανε ποτέ. Η υπόθεση αφορά δύο τροποποιητικές φορολογικές δηλώσεις που καταχωρίστηκαν για τα φορολογικά έτη 2021 και 2022. Συνολικά, στα στοιχεία του φορολογουμένου προστέθηκαν 24.000 ευρώ εισοδήματα, με αποτέλεσμα να προκύψει επιπλέον φορολογική επιβάρυνση που, μαζί με τις προσαυξήσεις, ανήλθε σε 6.596,23 ευρώ.

Τα ποσά που εμφανίστηκαν από το πουθενά μετά από υποκλοπή κωδικών

Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, στις 27 Δεκεμβρίου 2023 υποβλήθηκαν τροποποιητικές δηλώσεις στις οποίες εμφανίζονταν 13.000 ευρώ για το 2021 και άλλα 11.000 ευρώ για το 2022. Τα ποσά είχαν καταχωριστεί ως εισόδημα που προερχόταν από οικοδομικά ένσημα. Η νέα εκκαθάριση που ακολούθησε δημιούργησε πρόσθετες φορολογικές υποχρεώσεις. Για το 2021 καταλογίστηκε φόρος 2.638,71 ευρώ, ενώ για το 2022 ο φόρος ανήλθε σε 2.548,92 ευρώ. Με τις προσαυξήσεις, το συνολικό ποσό έφτασε στα 6.596,23 ευρώ. Το πρόβλημα για τον φορολογούμενο ήταν ότι, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε καμία σχέση με οικοδομικές εργασίες. Αντίθετα, δήλωσε ότι εργάζεται επί σειρά ετών με πλήρη απασχόληση σε εταιρεία και με διαφορετική επαγγελματική ιδιότητα.

Η εκδοχή που παρουσίασε ήταν ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις δεν υποβλήθηκαν από τον ίδιο. Κατά τους ισχυρισμούς του, άγνωστα πρόσωπα απέκτησαν πρόσβαση στους κωδικούς του Taxisnet και χρησιμοποίησαν τα στοιχεία του. Μάλιστα, συνέδεσε την υποτιθέμενη παραβίαση με προσπάθεια τραπεζικής απάτης και αίτηση για χορήγηση δανείου στο όνομά του. Για να τεκμηριώσει την καταγγελία του, προσκόμισε στις αρμόδιες αρχές σειρά στοιχείων. Μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε καταγγελία στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, έγγραφα από το Τμήμα Ασφαλείας Αγίων Αναργύρων, στοιχεία σχετικά με διευθύνσεις IP, έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας και βεβαίωση προϋπηρεσίας από τον ΕΦΚΑ.

Παράλληλα, κατέθεσε υπεύθυνη δήλωση σχετικά με την υποκλοπή των κωδικών του, ενώ προσκόμισε ακόμη και ηχογραφημένες συνομιλίες με την τράπεζα και στοιχεία από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που, κατά την πλευρά του, ενίσχυαν την εκδοχή του.

Η υπόθεση δεν κρίθηκε επί της ουσίας

Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, δεν ήταν τελικά αν πράγματι υπήρξε παραβίαση του λογαριασμού του ή ποιος υπέβαλε τις τροποποιητικές δηλώσεις.  Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) δεν εξέτασε την ουσία των καταγγελιών. Η προσφυγή απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Σύμφωνα με την απόφαση, οι πράξεις διοικητικού προσδιορισμού του φόρου είχαν αναρτηθεί στον λογαριασμό του φορολογουμένου στο Taxisnet στις 21 Φεβρουαρίου 2024 και είχαν αναγνωστεί την ίδια ημέρα. Ως εκ τούτου, θεωρήθηκε ότι είχαν νόμιμα κοινοποιηθεί.  Από εκείνη την ημερομηνία ξεκινούσε η προβλεπόμενη προθεσμία των 30 ημερών για την υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής, η οποία έληγε στις 22 Μαρτίου 2024. Η προσφυγή, όμως, κατατέθηκε στις 10 Απριλίου 2026, δηλαδή περισσότερο από δύο χρόνια μετά τη λήξη της προθεσμίας. Για τον λόγο αυτό η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τους ισχυρισμούς του φορολογουμένου και την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Η υπόθεση αφήνει έτσι ανοιχτό ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ερώτημα: όχι μόνο πόσο εύκολο είναι να δημιουργηθούν σοβαρές φορολογικές συνέπειες από μια ηλεκτρονική καταχώριση, αλλά και πόσο κρίσιμη είναι η έγκαιρη παρακολούθηση των πράξεων που αναρτώνται στον ψηφιακό φορολογικό λογαριασμό κάθε πολίτη.

close menu