Προς νέα αναβολή φαίνεται να οδεύει η υποχρεωτική καταβολή των ενοικίων μέσω τραπεζικού συστήματος, καθώς η εφαρμογή του μέτρου συνδέεται πλέον με την έναρξη λειτουργίας του νέου Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ).
Η ΠΟΜΙΔΑ ζητά η υποχρεωτική τραπεζική πληρωμή να ξεκινήσει τουλάχιστον έξι μήνες μετά την ενεργοποίηση του ΜΙΔΑ, προκειμένου να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για τη δήλωση των τραπεζικών λογαριασμών που θα συνδέονται με τις μισθώσεις.
Το οικονομικό επιτελείο δεν έχει μέχρι στιγμής δώσει οριστική απάντηση στο αίτημα των ιδιοκτητών ακινήτων, χωρίς να αποκλείεται να υπάρξει συμφωνία για τη συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο.
Η σύνδεση της τραπεζικής πληρωμής με το ΜΙΔΑ
Η πρόταση της ΠΟΜΙΔΑ δεν αφορά απλώς μία ακόμη μετάθεση της ημερομηνίας εφαρμογής του μέτρου. Η Ομοσπονδία επιδιώκει η έναρξη της υποχρεωτικής τραπεζικής καταβολής να συνδεθεί άμεσα με τη λειτουργία του ΜΙΔΑ.
Μέσω του νέου Μητρώου θα πρέπει να οργανωθεί και η διαδικασία δήλωσης των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους θα καταβάλλονται τα μισθώματα. Για τον λόγο αυτό, η ΠΟΜΙΔΑ θεωρεί αναγκαίο να μεσολαβήσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα μεταξύ της έναρξης λειτουργίας του ΜΙΔΑ και της υποχρεωτικής τραπεζικής πληρωμής.
Σύμφωνα με το σκεπτικό των ιδιοκτητών, η διαδικασία έχει και μια πρακτική προϋπόθεση: για να μπορεί να ελεγχθεί εάν ένα μίσθωμα καταβλήθηκε μέσω τράπεζας, θα πρέπει προηγουμένως να έχει καταχωριστεί στο σύστημα ο λογαριασμός που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη μίσθωση.
Ως εκ τούτου, η ΠΟΜΙΔΑ υποστηρίζει ότι δεν θα πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις πριν δοθεί στους ενδιαφερόμενους επαρκής χρόνος για να ολοκληρώσουν τις απαιτούμενες δηλώσεις και να προσαρμοστούν στη νέα διαδικασία.
Την ίδια στιγμή, εκκρεμεί η υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 210 του ν. 5222/2025. Η απόφαση αναμένεται να καθορίσει τις περιπτώσεις στις οποίες δεν θα επιβάλλονται κυρώσεις για τη μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας.
Οι εξαιρέσεις που ζητούν οι ιδιοκτήτες
Η ΠΟΜΙΔΑ δεν περιορίζει τα αιτήματά της στην εξασφάλιση μιας μεταβατικής περιόδου. Ζητά παράλληλα να προβλεφθούν συγκεκριμένες εξαιρέσεις, καθώς εκτιμά ότι δεν μπορούν όλες οι μισθώσεις να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Στις περιπτώσεις που προτείνει να εξαιρεθούν περιλαμβάνονται:
- κατοικίες με μηνιαίο μίσθωμα έως 500 ευρώ,
- μισθώσεις στις οποίες οι συμβαλλόμενοι είναι άνω των 70 ετών,
- μισθώματα που έχουν ήδη προκαταβληθεί και έχουν δηλωθεί στην εφαρμογή της ΑΑΔΕ,
- μισθώματα που έχουν κατασχεθεί ή εκχωρηθεί έναντι οφειλής,
- ποσά τα οποία καταβάλλονται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Παράλληλα, η Ομοσπονδία ζητά να υπάρχει η δυνατότητα το ενοίκιο να καταβάλλεται σε τραπεζικό λογαριασμό συνιδιοκτήτη ή εξουσιοδοτημένου τρίτου και όχι αποκλειστικά σε λογαριασμό του εκμισθωτή.
Ένα ακόμη αίτημα αφορά την καθιέρωση ακατάσχετου για μισθώματα έως 1.600 ευρώ.
Τι αλλάζει με την τραπεζική καταβολή
Η εφαρμογή του νέου καθεστώτος σημαίνει ότι η πληρωμή του ενοικίου θα πρέπει να πραγματοποιείται με τρόπο που αφήνει ηλεκτρονικό αποτύπωμα.
Ο ενοικιαστής θα καταβάλλει το μίσθωμα στον δηλωμένο τραπεζικό λογαριασμό του εκμισθωτή, χρησιμοποιώντας e-banking ή άλλο διαθέσιμο τραπεζικό μέσο.
Με αυτόν τον τρόπο, η φορολογική διοίκηση θα αποκτήσει τη δυνατότητα να διασταυρώνει ευκολότερα τα ποσά που πράγματι καταβάλλονται από τους ενοικιαστές με τα εισοδήματα από ακίνητα που δηλώνουν οι ιδιοκτήτες.
Βασικός στόχος είναι να περιοριστούν φαινόμενα αδήλωτων ή υποδηλωμένων μισθωμάτων. Η καταγραφή κάθε συναλλαγής στο τραπεζικό σύστημα δημιουργεί ένα ηλεκτρονικό ίχνος, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για φορολογικό έλεγχο.
Η νέα διαδικασία, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά τον τρόπο πληρωμής. Η συμμόρφωση συνδέεται και με οικονομικές συνέπειες τόσο για τον ενοικιαστή όσο και για τον ιδιοκτήτη.
Αλλαγές και κίνδυνοι για ενοικιαστές και ιδιοκτήτες
Για τους ενοικιαστές, μία από τις σημαντικότερες συνέπειες αφορά τις παροχές που συνδέονται με την καταβολή του ενοικίου.
Η μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση σε μέτρα στήριξης, όπως η επιστροφή ενός ενοικίου και οι στεγαστικές ενισχύσεις.
Έτσι, ένας ενοικιαστής δεν αρκεί να πληροί τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια για να λάβει μια σχετική ενίσχυση. Θα πρέπει παράλληλα να έχει ακολουθήσει τους κανόνες που προβλέπονται για την καταβολή του μισθώματος.
Ειδικά στην περίπτωση της επιστροφής ενοικίου, η μη τήρηση της διαδικασίας μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ποσού έως και 800 ευρώ τον χρόνο. Το τελικό ύψος της επιστροφής εξαρτάται από το δηλωμένο μίσθωμα και τα κριτήρια που ισχύουν για το συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Αντίστοιχες συνέπειες προβλέπονται και για τον εκμισθωτή.
Σε περίπτωση που δεν ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία είσπραξης του ενοικίου μέσω τραπεζικού συστήματος, ο ιδιοκτήτης κινδυνεύει να χάσει τη φορολογική έκπτωση 5% που συνδέεται με το εισόδημα από ακίνητα.
Η έκπτωση αφορά δαπάνες επισκευής, συντήρησης και άλλες σχετικές δαπάνες που πραγματοποιούνται για την ακίνητη περιουσία.
Η επικείμενη απόφαση για την έναρξη του μέτρου αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μετάβαση στη νέα διαδικασία δεν αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα πληρώνεται το ενοίκιο. Συνδέεται με το ΜΙΔΑ, τη δήλωση των λογαριασμών είσπραξης, τις φορολογικές διασταυρώσεις, τις πιθανές εξαιρέσεις αλλά και τις οικονομικές επιπτώσεις για ιδιοκτήτες και ενοικιαστές.

