Ένα από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας περνά πλέον από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση. Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν σήμερα, Δευτέρα 31 Αυγούστου, στο Τελ Αβίβ τις συμφωνίες για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το νέο ολοκληρωμένο και πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας.
Η συμφωνία, συνολικού ύψους περίπου 3,1 δισ. ευρώ, σηματοδοτεί την έναρξη της υλοποίησης ενός συστήματος που δεν βασίζεται σε μία μόνο πλατφόρμα ή έναν τύπο πυραύλου, αλλά στη συνεργασία διαφορετικών μέσων, αισθητήρων και συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.
Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα δημοσιοποιημένες πληροφορίες, οι συμφωνίες αφορούν τέσσερα επιμέρους συμφωνητικά με τις αρμόδιες ισραηλινές διευθύνσεις SIBAT και MAFAT, για τρεις κατηγορίες πυραυλικών συστημάτων και συστήματα ραντάρ.
Τι είναι η «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται ως ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αεράμυνας, με διαφορετικά συστήματα να αναλαμβάνουν διαφορετικού τύπου απειλές.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται ισραηλινές τεχνολογίες όπως τα SPYDER, BARAK MX και David’s Sling, ενώ στόχος είναι η διασύνδεση των νέων δυνατοτήτων με υφιστάμενα ελληνικά συστήματα.
Η ουσία του προγράμματος βρίσκεται επομένως στη συνεργασία των επιμέρους συστημάτων. Ραντάρ και αισθητήρες εντοπίζουν και παρακολουθούν στόχους, τα δεδομένα μεταφέρονται στα συστήματα διοίκησης και ελέγχου και η αντιμετώπιση της απειλής γίνεται από το κατάλληλο διαθέσιμο μέσο, ανάλογα με την κατηγορία και την απόσταση.
Πρόκειται για μια διαφορετική προσέγγιση από την παράλληλη λειτουργία ανεξάρτητων οπλικών συστημάτων. Όπως έχει εξηγήσει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σηματοδοτεί τη μετάβαση «από ένα άθροισμα οπλικών συστημάτων σε ένα ολιστικό σύστημα αποτροπής».
Το ψηφιακό στοιχείο της νέας αεράμυνας
Πίσω από τα πυραυλικά συστήματα βρίσκεται μια κρίσιμη τεχνολογική υποδομή: η διασύνδεση αισθητήρων, ραντάρ, συστημάτων διοίκησης και ελέγχου και μέσων αναχαίτισης.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί μια κοινή επιχειρησιακή εικόνα, ώστε οι πληροφορίες από διαφορετικές πηγές να μπορούν να αξιοποιούνται συνδυαστικά και σε πραγματικό χρόνο.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το σύγχρονο περιβάλλον απειλών έχει διευρυνθεί. Η αεράμυνα καλείται πλέον να αντιμετωπίζει όχι μόνο αεροσκάφη και πυραύλους, αλλά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλες εναέριες απειλές. Η πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική επιτρέπει τη χρήση διαφορετικών μέσων ανάλογα με τον στόχο.
Σε 35 μήνες η πλήρης ανάπτυξη
Η σημερινή υπογραφή δεν σημαίνει ότι το σύνολο της «Ασπίδας» είναι από σήμερα επιχειρησιακό. Αντίθετα, ανοίγει η φάση της σταδιακής ανάπτυξης και ενσωμάτωσης των επιμέρους συστημάτων.
Με βάση το χρονοδιάγραμμα που έχει δημοσιοποιηθεί, το σύστημα προβλέπεται να είναι πλήρως επιχειρησιακό σε 35 μήνες, ενώ οι παραδόσεις και η ενεργοποίηση των διαφορετικών επιπέδων θα πραγματοποιούνται σταδιακά.
Παράλληλα, έχει προβλεφθεί ελληνική βιομηχανική συμμετοχή στο πρόγραμμα. Δημοσιευμένες πληροφορίες κάνουν λόγο για συμμετοχή τουλάχιστον 25%, μέσω συνεργασιών και συμμετοχής ελληνικών επιχειρήσεων στην ανάπτυξη και υποστήριξη του συστήματος.
Από την προμήθεια στη δικτυοκεντρική άμυνα
Η σημερινή συμφωνία αποτελεί, επομένως, κάτι περισσότερο από μια νέα προμήθεια πυραυλικών συστημάτων. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί προσπάθεια δημιουργίας μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής αεράμυνας, στην οποία διαφορετικές τεχνολογίες θα μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά.
Η επιτυχία του προγράμματος θα κριθεί στην πράξη από την ενσωμάτωση των επιμέρους συστημάτων, τη διαλειτουργικότητά τους και την ικανότητα δημιουργίας μιας κοινής εικόνας του εναέριου χώρου.
Με τις σημερινές υπογραφές στο Τελ Αβίβ, η Ελλάδα περνά πλέον στο επόμενο στάδιο, από την έγκριση και τον σχεδιασμό στην υλοποίηση ενός νέου, δικτυωμένου μοντέλου αεράμυνας, με την τεχνολογία, τα δεδομένα και τη διασύνδεση των συστημάτων να βρίσκονται στον πυρήνα του.

