Με την προθεσμία για την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων να ολοκληρώνεται στις 24 Ιουλίου, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προετοιμάζεται για την έναρξη του πρώτου κύματος ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, με στόχο τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων, ανακριβών στοιχείων και λανθασμένων καταχωρίσεων στις δηλώσεις των φορολογουμένων.
Όπως αναμένεται, αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας θα ενεργοποιηθούν οι ηλεκτρονικοί έλεγχοι της φορολογικής διοίκησης, μέσω των οποίων θα συγκριθούν τα στοιχεία των δηλώσεων με τα δεδομένα που διαθέτει η ΑΑΔΕ από τράπεζες, εργοδότες, ασφαλιστικούς φορείς και άλλες πηγές. Σε περιπτώσεις όπου διαπιστωθούν αποκλίσεις ή αδήλωτα ποσά, οι φορολογούμενοι ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις και πρόστιμα, τα οποία, ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να φθάσουν έως και το 50% της διαφοράς του φόρου που θα προκύψει από τον έλεγχο.
Μέχρι τις 24 Ιουλίου παραμένει ανοικτή και η δυνατότητα υποβολής τροποποιητικής δήλωσης χωρίς την επιβολή προστίμου. Για τον λόγο αυτό, όσοι έχουν ήδη καταθέσει τη δήλωσή τους, αλλά διαπιστώνουν λάθη ή αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα των στοιχείων που έχουν δηλώσει, μπορούν να προχωρήσουν σε διορθώσεις πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Παράλληλα, περίπου 500.000 δηλώσεις εξακολουθούν να εκκρεμούν, ώστε ο συνολικός αριθμός να προσεγγίσει τα περίπου 6,9 εκατομμύρια δηλώσεις που είχαν υποβληθεί την προηγούμενη φορολογική περίοδο.
Εκτός από τα πρόστιμα, οι φορολογούμενοι που θα βρεθούν αντιμέτωποι με πρόσθετες φορολογικές υποχρεώσεις επιβαρύνονται και με τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Το επιτόκιο ανέρχεται σήμερα σε 0,73% για κάθε μήνα καθυστέρησης και υπολογίζεται επί του φόρου που δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα, γεγονός που μπορεί να αυξήσει σημαντικά το τελικό ποσό της οφειλής, ιδιαίτερα όταν οι παραλείψεις αφορούν προηγούμενες φορολογικές χρήσεις.
Για τις ανακριβείς δηλώσεις εισοδήματος, ο Κώδικας Φορολογικών Διαδικασιών προβλέπει κλιμακωτή επιβολή προστίμων ανάλογα με τη διαφορά φόρου που θα προκύψει μετά τον έλεγχο. Ειδικότερα, επιβάλλεται πρόστιμο 10% όταν η διαφορά αντιστοιχεί από 5% έως 20% του αρχικά δηλωθέντος φόρου, 25% όταν υπερβαίνει το 20% και φθάνει έως το 50%, ενώ στις περιπτώσεις όπου η διαφορά ξεπερνά το 50% του αρχικά δηλωμένου φόρου, το πρόστιμο διαμορφώνεται στο 50% της διαφοράς.
Για εκπρόθεσμες ή ελλιπείς δηλώσεις από τις οποίες δεν προκύπτει φόρος προς καταβολή, καθώς και για μηδενικές ή πιστωτικές δηλώσεις, προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα από 100 έως 500 ευρώ. Το ύψος τους εξαρτάται από την ιδιότητα του φορολογουμένου και το λογιστικό σύστημα που τηρεί η επιχείρηση, είτε πρόκειται για απλογραφικά είτε για διπλογραφικά βιβλία.
Αυστηρότερο είναι το πλαίσιο για τις ανακριβείς δηλώσεις ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων. Στις περιπτώσεις αυτές, το πρόστιμο ανέρχεται στο 50% της διαφοράς φόρου που θα διαπιστωθεί κατά τον έλεγχο. Ενδεικτικά, εάν διαπιστωθεί ότι δεν αποδόθηκε ΦΠΑ ύψους 3.000 ευρώ, εκτός από τον οφειλόμενο φόρο μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο 1.500 ευρώ.
Όσον αφορά τις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9), η νομοθεσία προβλέπει πρόστιμο 100 ευρώ για ανακριβή ή ελλιπή δήλωση. Σε περιπτώσεις όπου οι ίδιες μεταβολές επαναλαμβάνονται σε περισσότερα φορολογικά έτη, είναι δυνατόν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να επιβληθεί ένα μόνο πρόστιμο αντί για πολλαπλές κυρώσεις.

