Η εφαρμογή του νέου πλαισίου για τις εισαγωγές μικροδεμάτων από τρίτες χώρες προκαλεί τις πρώτες σοβαρές δυσλειτουργίες στην ελληνική αγορά, καθώς οι τελωνειακές υπηρεσίες καλούνται να διαχειριστούν έναν πρωτόγνωρο όγκο αποστολών με νέες διαδικασίες ελέγχου. Την ίδια στιγμή, οι κινεζικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου αναζητούν τρόπους να περιορίσουν το κόστος που συνεπάγεται η επιβολή του τέλους των 3 ευρώ, ενώ οι εμπορικοί φορείς επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ποιότητας και της ασφάλειας των εισαγόμενων προϊόντων.
Καθυστερήσεις στον εκτελωνισμό και αυξημένος φόρτος εργασίας
Στο τελωνείο του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» παρατηρείται ήδη σημαντική συσσώρευση μικροδεμάτων που αναμένουν εκτελωνισμό. Μέχρι πρότινος, το μεγαλύτερο μέρος των αποστολών από κινεζικές πλατφόρμες, όπως η Temu και η Shein, εκκαθαριζόταν σε μεγάλους ευρωπαϊκούς διαμετακομιστικούς κόμβους της Βόρειας Ευρώπης και στη συνέχεια διακινούνταν προς την Ελλάδα χωρίς πρόσθετες διαδικασίες, καθώς σχεδόν όλα τα προϊόντα είχαν αξία μικρότερη των 150 ευρώ. Με την ενεργοποίηση των νέων κανόνων, όμως, κάθε αποστολή πρέπει να εξετάζεται διαφορετικά. Τα δέματα συνοδεύονται από QR Code, μέσω του οποίου οι τελωνειακές αρχές ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τον αριθμό των διαφορετικών κωδικών προϊόντων που περιλαμβάνονται σε κάθε αποστολή, ώστε να υπολογιστεί το νέο τέλος των 3 ευρώ ανά διαφορετικό είδος.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμένη διαδικασία εξακολουθεί να γίνεται χειροκίνητα. Η έλλειψη αυτοματοποιημένων συστημάτων και προσωπικού επιβραδύνει σημαντικά τον ρυθμό εκτελωνισμού, με αποτέλεσμα εκατοντάδες μικροδέματα να παραμένουν στις αποθήκες του αεροδρομίου περιμένοντας να ολοκληρωθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Ανάλογες δυσκολίες έχουν εμφανιστεί και σε άλλα κράτη-μέλη. Η Ρουμανία έχει ήδη επισημάνει ότι οι τελωνειακές της υπηρεσίες αδυνατούν να ανταποκριθούν στον αυξημένο φόρτο, επαναφέροντας τη συζήτηση για την επιβολή πρόσθετου διαχειριστικού τέλους ύψους 2 ευρώ, το οποίο θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τον εκσυγχρονισμό των τελωνειακών υποδομών. Σήμερα, το 75% του τέλους των 3 ευρώ καταλήγει στον κοινοτικό προϋπολογισμό, ενώ μόλις το 25% αποδίδεται στα κράτη-μέλη.
Η Temu αναζητά νέα μοντέλα διανομής. Οι χαμηλές τιμές προσελκύουν
Παράλληλα, οι ίδιες οι κινεζικές πλατφόρμες εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να περιορίσουν τις νέες επιβαρύνσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, η Temu βρίσκεται σε επαφές με ελληνικές εταιρείες logistics, εξετάζοντας τη δημιουργία κέντρων ομαδοποιημένων αποστολών. Η λογική είναι ότι μια μεγάλη αποστολή με εκατοντάδες τεμάχια του ίδιου προϊόντος επιβαρύνεται με ένα μόνο τέλος, ενώ οι ξεχωριστές αποστολές που περιλαμβάνουν διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων αυξάνουν σημαντικά το συνολικό κόστος. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο διακίνησης των κινεζικών προϊόντων προς την ελληνική αγορά. Παρά τις αλλαγές, η απήχηση των κινεζικών πλατφορμών παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι οι παραγγελίες έχουν περιοριστεί μόνο οριακά, κυρίως εξαιτίας της αβεβαιότητας που δημιούργησαν οι νέες διαδικασίες και όχι λόγω του ίδιου του τέλους.
Η δυναμική των κινεζικών πλατφορμών στην Ευρώπη συνεχίζει να ενισχύεται. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2024 περίπου το 90% όλων των αποστολών ηλεκτρονικού εμπορίου αξίας έως 150 ευρώ που εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση προήλθαν από την Κίνα. Ο συνολικός αριθμός των αποστολών υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε έναν χρόνο, από 1,9 δισεκατομμύρια προϊόντα το 2023 σε περισσότερα από 4,1 δισεκατομμύρια το 2024. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ελληνική αγορά. Σύμφωνα με την Έρευνα Καταναλωτικών Προσδοκιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη διείσδυση των κινεζικών πλατφορμών, καθώς πάνω από επτά στους δέκα καταναλωτές δηλώνουν ότι πραγματοποιούν αγορές μέσω αυτών. Αντίστοιχα υψηλά ποσοστά καταγράφονται μόνο στην Πορτογαλία και την Ισπανία.
Η βασική αιτία είναι οι ιδιαίτερα χαμηλές τιμές. Οι περισσότερες παραγγελίες αφορούν προϊόντα μικρής αξίας, καθώς σχεδόν τα δύο τρίτα δεν ξεπερνούν τα 25 ευρώ, ενώ εννέα στις δέκα παραγγελίες παραμένουν κάτω από τα 50 ευρώ. Ένας στους πέντε καταναλωτές πραγματοποιεί αγορές τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το χαμηλό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα επιλογής, ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά που αναζητούν οικονομικότερες λύσεις.
Στο προσκήνιο η ποιότητα και η ασφάλεια των προϊόντων
Παράλληλα με τη δημοτικότητα των κινεζικών πλατφορμών, ενισχύονται και οι ανησυχίες για την ποιότητα των προϊόντων που διακινούνται μέσω αυτών. Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι περισσότερο από το 60% προϊόντων σε κατηγορίες όπως παιχνίδια, ηλεκτρονικά είδη, καλλυντικά και συμπληρώματα διατροφής δεν πληρούν πλήρως τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές συμμόρφωσης και ασφάλειας.
Οι προβληματισμοί αυτοί αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο το προσεχές φθινόπωρο, όταν φορείς του ελληνικού εμπορίου θα παρουσιάσουν τα αποτελέσματα έρευνας σχετικά με τη σύσταση και την ποιότητα των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από την Κίνα. Στόχος της πρωτοβουλίας είναι να καταδειχθεί ότι, παρά τις εμφανείς ομοιότητες, πολλά από τα προϊόντα που διατίθενται μέσω των κινεζικών πλατφορμών δεν είναι ταυτόσημα με εκείνα που εισάγονται, πιστοποιούνται και διακινούνται από τις οργανωμένες ελληνικές επιχειρήσεις, γεγονός που ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για την προστασία του καταναλωτή και τους όρους ισότιμου ανταγωνισμού στην ευρωπαϊκή αγορά.

