Του Γιάννη Χαλαβαζή.
Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα (ΕΔΩ στην «Καθημερινή») για φθορά γεφυρών και τις γνωστές εικόνες εγκατάλειψης κρίσιμων υποδομών, επαναφέρουμε στην επικαιρότητα το έργο των «έξυπνων γεφυρών» με αισθητήρες (IoT) ως την «εμβληματική απάντηση» της Διοίκησης στο πρόβλημα της ασφάλειας στις μετακινήσεις και στις συγκοινωνίες.
Ποιο ήταν το αντικείμενο του έργου
Το έργο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας για τις «έξυπνες γέφυρες» με αισθητήρες IoT επιδίωκε στην παρακολούθηση της δομικής κατάστασης κρίσιμων γεφυρών όλης της χώρας. Μέσω αισθητήρων καταγράφονται κραδασμοί, φορτία και μεταβολές, τα οποία αποστέλλονται σε κεντρική πλατφόρμα ανάλυσης για την έγκαιρη ανίχνευση φθοράς. Ο συντονισμός γίνεται από το ΤΕΕ, σε συνεργασία με το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών και αναδόχους τις εταιρείες Vodafone, Osmos, OTE, ΤΕΡΝΑ, Globiled, σε διαφορετικά τμήματα υλοποίησης η κάθε μία με το ΤΕΕ, ως ο κεντρικός φορέας που το «έτρεξε».
Το έργο λειτουργεί κυρίως ως «εργαλείο και μέσο πρόληψης», αλλά η επιχειρησιακή του αποτελεσματικότητα εξαρτάται από τη διοικητική εφαρμογή των αποτελεσμάτων που θα έβγαζε. Το σύστημα, ναι μεν, συλλέγει δεδομένα από αισθητήρες που καταγράφουν φορτία, κραδασμούς και δομικές μεταβολές, τα επεξεργάζεται κεντρικά και παράγει ειδοποιήσεις για πιθανές φθορές. Δηλαδή σε επίπεδο αρχικού σχεδιασμού πρόκειται για ένα σύγχρονο εργαλείο πρόληψης. Όμως σε λειτουργικό επίπεδο τελικά είναι ένα ημιτελές σύστημα: «βλέπει» μεν, αλλά «δεν καταλαβαίνει» και «δεν υποδεικνύει» τι πρέπει να γίνει από την πλευρά της Διοίκησης. Ενημερώνει, αλλά δεν δεσμεύει σε υλοποίηση. Προειδοποιεί, αλλά δεν ενεργοποιεί αυτόματα την πολιτική και τεχνική ηγεσία για αποφάσεις.
Το πρόβλημα σε όλη του την διάσταση
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος, που δεν είναι τεχνική αλλά βαθιά θεσμική και πολιτική. Ένα έργο που αφορά στην ασφάλεια των συγκοινωνιών δεν μπορεί να σταματά στο στάδιο της διάγνωσης. Όταν η πληροφορία για πιθανή δομική αστοχία περνά μέσα από ένα δαιδαλώδες πλέγμα υπηρεσιών, αρμοδιοτήτων και εγκρίσεων, χωρίς ενιαίο και δεσμευτικό μηχανισμό άμεσης αντίδρασης, τότε η «έξυπνη» παρακολούθηση μετατρέπεται σε απλή καταγραφή ενός προβλήματος που ήδη εξελίσσεται με πιθανά ολέθρια αποτελέσματα.
Και το προκείμενο έχει μία επικίνδυνη αντίφαση: έργο και υποδομές υψηλής ακρίβειας και τεχνολογίας σε ένα περιβάλλον χαμηλής επιχειρησιακής ανταπόκρισης. Και όσο αυτή η απόσταση παραμένει ή διευρύνεται, τόσο η ευθύνη κρύβεται πίσω από το αφήγημα του εκσυγχρονισμού και των συναρμοδιοτήτων. Γιατί δεν αρκεί να γνωρίζεις ότι μια γέφυρα φθείρεται. Αυτό το ξέρουν σήμερα μέχρι και τα νήπια! Το κρίσιμο είναι να ενεργοποιείται ο υπηρεσιακός μηχανισμός που θα διασφαλίζει ότι η απόφαση για την έναρξη του έργου είναι άμεση και χωρίς καθυστερήσεις.
Οι αυτονόητες προτάσεις
Η συζήτηση για το έργο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας για τις «έξυπνες γέφυρες» παρουσιάστηκε σαν «τεχνολογικό άλμα», όταν παρουσιάστηκε, αλλά στην πραγματικότητα αποκαλύπτεται η σκληρή πραγματικότητα: ένα σύστημα που παράγει διαρκώς δεδομένα, χωρίς εξασφαλίζεται ότι αυτά οδηγούν στις αναγκαίες αποφάσεις και υλοποιήσεις. Δηλαδή στην έγκαιρη επισκευή των γεφυρών.
Βέβαια οι αισθητήρες καταγράφουν, οι πλατφόρμες ειδοποιούν, όμως από εκεί και πέρα αρχίζει η γνωστή ασάφεια της ελληνικής Διοίκησης:
- Ποιος είναι ο αρμόδιος που θα πάρει την απόφαση;
- Η ευθύνη διαχέεται και η φυσικά η απόφαση καθυστερεί ή δεν λαμβάνεται.
Το πρόβλημα όμως υπάρχει.
Δεν βλέπουμε τις φθορές και ίσως κάποια στιγμή βρεθούμε π.χ να πρέπει να «ξηλωθεί» η στέγη Καλατράβα στο ΟΑΚΑ. Για να μην πούμε για γέφυρες από τις οποίες περνάνε κάθε μέρα χιλιάδες αυτοκίνητα!
Και επειδή πρέπει να κάνουμε και προτάσεις για να λύνονται τα προβλήματα, διευκολύνουμε τους αρμοδίους Φορείς:
Α) Το «Σύστημα» δεν μπορεί να λειτουργεί ως «παθητικός παρατηρητής». Κάθε κρίσιμη ένδειξη φθοράς πρέπει να ενεργοποιεί αυτόματα υποχρεωτική τεχνική επιθεώρηση εντός αυστηρά καθορισμένου χρονικού πλαισίου, χωρίς διακριτική ευχέρεια καθυστέρησης από διοικητικά επίπεδα.
Β) Η ευθύνη αποφάσεων και υλοποίησης δεν μπορεί να διαχέεται. Για κάθε γέφυρα πρέπει να υπάρχει σαφώς καθορισμένος υπεύθυνος φορέας, που να λογοδοτεί για την κατάσταση και τις παρεμβάσεις της, αντί για ένα θολό πλέγμα συναρμοδιοτήτων όπου τελικά δεν ευθύνεται κανείς.
Γ) Τα αποτελέσματα της παρακολούθησης δεν μπορεί να αποτελούν «εσωτερικό εργαλείο διαχείρισης». Η βασική πληροφορία για την κατάσταση των γεφυρών και τα επίπεδα κινδύνου πρέπει να είναι δημόσια προσβάσιμη, με τρόπο κατανοητό και συγκρίσιμο, ώστε να υπάρχει κοινωνικός και θεσμικός έλεγχος.
Δ) Η κατάταξη επικινδυνότητας πρέπει να είναι ενιαία, δεσμευτική και εθνικά εφαρμόσιμη. Δεν μπορεί μια κρίσιμη ένδειξη σε μία γέφυρα να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με το ποιος φορέας τη διαχειρίζεται.
Τέλος, και πιο ουσιαστικό, η χρηματοδότηση της άμεσης συντήρησης πρέπει να είναι ενσωματωμένη στο ίδιο το σύστημα ειδοποιήσεων. Ένα έργο που εντοπίζει κίνδυνο χωρίς να εξασφαλίζει τη δυνατότητα άμεσης αποκατάστασης δεν είναι σύστημα πρόληψης· είναι απλώς ένα εξελιγμένο σύστημα καταγραφής καθυστερημένων αποφάσεων.


