Πρόσφατη έρευνα* της Kaspersky σε εργαζομένους από 14 επαγγελματικούς κλάδους δείχνει ότι τα ποσοστά περιστατικών κυβερνοασφάλειας κυμαίνονται από 82% έως σχεδόν 90%. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η εξοικείωση με την τεχνολογία επηρεάζει το είδος των απειλών που αντιμετωπίζουν οι χρήστες και όχι το κατά πόσο θα εκτεθούν σε αυτές, ενώ ακόμη και οι πιο προσεκτικοί επαγγελματίες δεν είναι άτρωτοι. Οι ειδικοί της Kaspersky συνιστούν την επιλογή ολοκληρωμένων λύσεων κυβερνοασφάλειας για την ασφαλή πλοήγηση στο διαδίκτυο.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας στους συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους αναδεικνύει σημαντικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν τους κινδύνους του ψηφιακού περιβάλλοντος. Τα ποσοστά εργαζομένων που έχουν αντιμετωπίσει περιστατικά κυβερνοασφάλειας κυμαίνονται από 82% στις διοικητικές και υποστηρικτικές επιχειρησιακές θέσεις έως 89,7% στους τομείς της διαχείρισης εταιρικών κινδύνων, των νομικών υπηρεσιών και της κανονιστικής συμμόρφωσης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στην επαγγελματική ομάδα με το χαμηλότερο ποσοστό, περισσότεροι από τέσσερις στους πέντε εργαζομένους έχουν αντιμετωπίσει κάποιο περιστατικό κυβερνοασφάλειας.
Στο σύνολο των συμμετεχόντων, τα συχνότερα περιστατικά αφορούσαν παραπλανητικές τηλεφωνικές κλήσεις και μηνύματα SMS (40,9%), μηνύματα spam (40,4%) και ανεπιθύμητες διαφημίσεις (25,5%). Ωστόσο, όταν κλήθηκαν να αναφέρουν ποιες απειλές τους προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία, οι συμμετέχοντες εστίασαν σε κινδύνους που είναι δυσκολότερο να εντοπιστούν. Συγκεκριμένα, μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν η διαρροή δεδομένων (45,6%), η παραβίαση λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (44,6%) και η κλοπή προσωπικών δεδομένων (38,1%).
Η εξειδίκευση αλλάζει το είδος των απειλών, όχι τον κίνδυνο
Οι επαγγελματίες της κυβερνοασφάλειας και όσοι απασχολούνται σε άλλες τεχνικές ειδικότητες, όπως η τεχνική υποστήριξη πληροφοριακών συστημάτων και η ανάπτυξη λογισμικού, ανέφεραν λιγότερο συχνά περιστατικά καθημερινών ψηφιακών απειλών, όπως οι παραπλανητικές τηλεφωνικές κλήσεις (36,3% έναντι 42,7% στους εργαζομένους σε μη τεχνικές ειδικότητες) και τα ανεπιθύμητα μηνύματα spam (37,1% έναντι 41,3%). Ωστόσο, το συνολικό ποσοστό όσων ανέφεραν περιστατικά κυβερνοασφάλειας ήταν υψηλότερο στις τεχνικές ειδικότητες (86% έναντι 84,1%), καθώς οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες αντιμετώπιζαν συχνότερα πιο εξελιγμένες απειλές, όπως κακόβουλο λογισμικό (11,3% έναντι 8,5%), απάτες με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης ή deepfakes (9% έναντι 6,3%) και επιθέσεις σε έξυπνες συσκευές (6,8% έναντι 4,1%).
Η τάση αυτή ήταν ακόμη πιο έντονη μεταξύ των επαγγελματιών στον τομέα της κυβερνοασφάλειας. Συγκεκριμένα, ανέφεραν περιστατικά τηλεφωνικής απάτης και ανεπιθύμητων μηνυμάτων σε ποσοστά κατά 25% χαμηλότερα από τον μέσο όρο, ωστόσο το ποσοστό όσων είχαν αντιμετωπίσει περιστατικά κυβερνοασφάλειας παρέμενε υψηλότερο από τον μέσο όρο, φτάνοντας το 85,6%. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η εξοικείωση με την τεχνολογία μειώνει την έκθεση σε προφανείς απειλές, χωρίς όμως να καθιστά τους χρήστες άτρωτους. Απλώς μεταβάλλει το είδος των απειλών που αντιμετωπίζουν.
Οι άνθρωποι αλλάζουν συνήθειες, όχι τα εργαλεία που χρησιμοποιούν
Όταν έρχονται αντιμέτωποι με κάποιο περιστατικό κυβερνοεπίθεσης, οι περισσότεροι χρήστες επιλέγουν να αλλάξουν τις συνήθειές τους αντί να υιοθετήσουν νέα εργαλεία προστασίας. Συγκεκριμένα, το 44,7% σταμάτησε να απαντά σε κλήσεις από άγνωστους αριθμούς, ενώ το 36,5% απέφυγε την επίσκεψη σε μη αξιόπιστους ιστότοπους. Ωστόσο, μόλις το 30,1% ενεργοποίησε τον έλεγχο ταυτότητας πολλαπλών παραγόντων (MFA), ενώ μόνο το 24,3% εγκατέστησε λογισμικό προστασίας. Τα ευρήματα δείχνουν ότι, παρόλο που οι περισσότεροι χρήστες λαμβάνουν μέτρα μετά από ένα περιστατικό, προτιμούν να προσαρμόζουν την καθημερινή διαδικτυακή τους συμπεριφορά αντί να υιοθετούν αυτοματοποιημένες λύσεις προστασίας.
Οι εργαζόμενοι σε επαγγέλματα που σχετίζονται με το μάρκετινγκ ανέφεραν τον υψηλότερο μέσο αριθμό διαφορετικών περιστατικών κυβερνοασφάλειας από όλες τις επαγγελματικές ομάδες (4,57 έναντι 3,72 στο σύνολο των συμμετεχόντων). Ωστόσο, ήταν και μεταξύ εκείνων που υιοθέτησαν πιο ενεργά νέες συνήθειες προστασίας μετά από κάποιο περιστατικό. Συγκεκριμένα, το 42,4% άρχισε να αποφεύγει τη χρήση δημόσιων δικτύων Wi-Fi για την πραγματοποίηση συναλλαγών (έναντι 24,1% στο σύνολο των συμμετεχόντων), το 41% άρχισε να αλλάζει συχνότερα τους κωδικούς πρόσβασής του (έναντι 26,8%) και το 33,1% άρχισε να δημιουργεί αντίγραφα ασφαλείας των δεδομένων του (έναντι 23%).
Στον αντίποδα βρίσκονται οι εργαζόμενοι στους τομείς της διαχείρισης εταιρικών κινδύνων, των νομικών υπηρεσιών και της κανονιστικής συμμόρφωσης. Παρότι κατέγραψαν το υψηλότερο ποσοστό περιστατικών κυβερνοασφάλειας μεταξύ όλων των επαγγελματικών ομάδων (89,7%), δεν φαίνεται να υιοθετούν στον ίδιο βαθμό πιο προηγμένα μέτρα προστασίας. Αντίθετα, επιλέγουν κυρίως βασικές πρακτικές ασφάλειας, όπως η αποφυγή απάντησης σε κλήσεις από άγνωστους αριθμούς, η χρήση διαφορετικών κωδικών πρόσβασης για κάθε λογαριασμό και ο έλεγχος για τυχόν διαρροή κωδικών πρόσβασης σε βάσεις δεδομένων που έχουν παραβιαστεί.
Πώς να παραμείνετε προστατευμένοι, ανεξάρτητα από το επάγγελμά σας
Η Kaspersky προτείνει ορισμένα βασικά μέτρα προστασίας, τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν ανεξάρτητα από τον επαγγελματικό κλάδο. Μεταξύ αυτών είναι η ενεργοποίηση του ελέγχου ταυτότητας πολλαπλών παραγόντων (MFA), όπου είναι διαθέσιμος, η χρήση διαφορετικού κωδικού πρόσβασης για κάθε λογαριασμό και η αξιοποίηση ενός password manager για την ασφαλή αποθήκευση όλων των στοιχείων σύνδεσης.
Εξίσου σημαντική είναι η τακτική ενημέρωση των συσκευών και του λογισμικού, καθώς και η επιλογή μιας ολοκληρωμένης λύσης κυβερνοασφάλειας, η οποία παρέχει αυτόματη προστασία σε όλες τις συσκευές, χωρίς οι χρήστες να χρειάζεται να αναγνωρίζουν μόνοι τους τις ενδείξεις κάθε πιθανής απειλής.
«Αυτό που αναδεικνύει ξεκάθαρα η συγκεκριμένη έρευνα είναι ότι δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος για να παραμείνει κανείς ασφαλής στο διαδίκτυο. Οι κατάλληλες συνήθειες και τα μέτρα προστασίας εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν και εργάζονται», δήλωσε ο Vladimir Dashchenko, ειδικός σε θέματα κυβερνοασφάλειας της Kaspersky.
«Οι επαγγελματίες του μάρκετινγκ, οι ειδικοί σε θέματα κανονιστικής συμμόρφωσης, οι επαγγελματίες πληροφορικής και όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν διαφορετικούς κινδύνους. Επομένως, οι συνήθειες ψηφιακής ασφάλειας και τα μέτρα προστασίας πρέπει να προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες της εργασίας και της καθημερινότητας κάθε ατόμου, αντί να θεωρούμε δεδομένο ότι όλοι μπορούν να επιδεικνύουν τον ίδιο βαθμό ετοιμότητας απέναντι σε κάθε πιθανή απειλή. Οι μέθοδοι εξαπάτησης γίνονται όλο και πιο σύνθετες και αξιοποιούν ολοένα περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη. Στόχος μας, επομένως, είναι να καταστήσουμε αυτή την εξατομικευμένη και αυτοματοποιημένη προστασία προσβάσιμη σε όλους, καλύπτοντας το σύνολο των καθημερινών ψηφιακών δραστηριοτήτων τους, σε κάθε συσκευή. Με αυτόν τον τρόπο, οι χρήστες μπορούν να επικεντρώνονται στις δραστηριότητές τους, χωρίς να χρειάζεται να βρίσκονται διαρκώς σε επιφυλακή για τον εντοπισμό πιθανών απειλών».
Με την κατάλληλη λύση προστασίας, οι χρήστες μπορούν να κινούνται με μεγαλύτερη σιγουριά στο ψηφιακό περιβάλλον, γνωρίζοντας ότι η ασφάλεια των δεδομένων, των συσκευών και της ιδιωτικότητάς τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον βαθμό της δικής τους ετοιμότητας, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή τον βαθμό εξοικείωσής τους με την τεχνολογία.
* Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από το κέντρο ερευνών αγοράς της Kaspersky τον Μάρτιο του 2026. Στην έρευνα συμμετείχαν 7.200 άτομα από 18 χώρες (Βραζιλία, Κίνα, Κολομβία, Αίγυπτος, Γαλλία, Γερμανία, Ινδία, Ινδονησία, Ιταλία, Μαλαισία, Μεξικό, Ρωσία, Σαουδική Αραβία, Ισπανία, Νότια Αφρική, Ταϊλάνδη, Τουρκία και Βιετνάμ).


