Η προστασία των τηλεπικοινωνιακών υποδομών από τον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών βρίσκεται στο επίκεντρο νέας εγκυκλίου του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, η οποία εκδόθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2026. Η εγκύκλιος καθορίζει μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιών για κεραίες και σταθμούς βάσης ραδιοεπικοινωνίας, ενώ προβλέπει διετή προθεσμία προσαρμογής για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, στον βαθμό που αυτό είναι πρακτικά εφικτό.
Οι οδηγίες αφορούν τη διαχείριση της βλάστησης γύρω από τις εγκαταστάσεις, την ασφάλεια των γεννητριών και των δεξαμενών καυσίμων, καθώς και τα συστήματα πυρανίχνευσης και κατάσβεσης. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην εκπαίδευση του προσωπικού και στον σχεδιασμό για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών, με στόχο τον περιορισμό του κινδύνου για τις υποδομές και τη διασφάλιση της λειτουργίας των δικτύων επικοινωνιών.
Ποιες εγκαταστάσεις αφορά
Το πλαίσιο καλύπτει κατασκευές κεραιών και εγκαταστάσεις σταθμών βάσης ραδιοεπικοινωνίας σε εκτάσεις που υπάγονται στη δασική νομοθεσία. Στο πεδίο ενδιαφέροντος περιλαμβάνονται οι ιστοί και οι πυλώνες κεραιών, οι υπαίθριοι οικίσκοι και τα ερμάρια ηλεκτρονικού εξοπλισμού, καθώς και οι υποδομές που υποστηρίζουν τη λειτουργία τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο βοηθητικός εξοπλισμός ηλεκτροδότησης. Οι εφεδρικές γεννήτριες και οι δεξαμενές καυσίμων μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο σε περίπτωση βλάβης ή διαρροής, ενώ η θέση μιας εγκατάστασης μέσα ή κοντά σε δασική βλάστηση δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις για την πρόληψη και την πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Η εγκύκλιος λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ισχύουσα νομοθεσία και τους όρους που διέπουν κάθε εγκατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι οι διαχειριστές πρέπει να εξετάζουν τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στη δική τους περίπτωση και όχι να αντιμετωπίζουν όλες τις εγκαταστάσεις ως απολύτως ίδιες.
Ζώνες βλάστησης: Τι ισχύει για τα 30 μέτρα
Ένα από τα βασικά σημεία αφορά τη διαχείριση της βλάστησης γύρω από τον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό. Η απομάκρυνση ξερών χόρτων, κλαδιών και άλλης εύφλεκτης ύλης μπορεί να περιορίσει την πιθανότητα μετάδοσης της φωτιάς προς την εγκατάσταση, ενώ η κατάλληλη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου διευκολύνει και την επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Οι οδηγίες περιγράφουν ζώνες διαφορετικής έκτασης και έντασης διαχείρισης. Σε απόσταση περίπου 1–3 μέτρων από τη βάση του ιστού ή την εγκατάσταση προτείνεται πλήρης απομάκρυνση της καύσιμης βλάστησης. Σε ζώνη έως 10 μέτρα προβλέπεται περιορισμός του καύσιμου φορτίου, με απομάκρυνση ξερών χόρτων, κλαδιών και φυλλοστρωμνής και κατάλληλη διαχείριση της χαμηλής βλάστησης.
Για περιοχές όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μετάδοσης πυρκαγιάς μέσω της κόμης των δέντρων, αναφέρονται αποστάσεις της τάξης των 20–30 μέτρων ως κατευθυντήρια προσέγγιση για την προστασία των ιστών. Η ανάγκη και η έκταση των παρεμβάσεων εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά της θέσης, τη βλάστηση, την κλίση του εδάφους και τις τοπικές συνθήκες.
Η διάκριση είναι ουσιαστική: τα 30 μέτρα δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως υποχρεωτική, ενιαία ζώνη ασφαλείας γύρω από κάθε κεραία. Οι σχετικές αποστάσεις εντάσσονται στις συστάσεις διαχείρισης της βλάστησης και πρέπει να ερμηνεύονται στο πλαίσιο των οδηγιών και των απαιτήσεων που ισχύουν για κάθε εγκατάσταση.
Γεννήτριες και καύσιμα: Τα μέτρα που προβλέπονται
Η εφεδρική ηλεκτροδότηση αποτελεί κρίσιμο μέρος των τηλεπικοινωνιακών υποδομών, καθώς επιτρέπει τη λειτουργία του εξοπλισμού όταν διακοπεί η κανονική παροχή ρεύματος. Ταυτόχρονα, όμως, η παρουσία γεννητριών και καυσίμων απαιτεί αυξημένη προσοχή.
Στις προβλέψεις της εγκυκλίου περιλαμβάνονται αποστάσεις ασφαλείας, μέτρα περιορισμού πιθανών διαρροών και διατάξεις αυτόματης διακοπής της τροφοδοσίας σε περίπτωση διαρροής ή υπερθέρμανσης. Μεταξύ των συγκεκριμένων τεχνικών προβλέψεων αναφέρεται απόσταση τουλάχιστον τριών μέτρων για τη γεννήτρια ή τη δεξαμενή καυσίμου από τον οικίσκο ή το ερμάριο εξοπλισμού, τον ιστό και την πρώτη ζώνη διαχείρισης βλάστησης.
Προβλέπεται επίσης συγκράτηση πιθανής διαρροής καυσίμου με χωρητικότητα ίση με το 110% του όγκου της δεξαμενής, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος εξάπλωσης εύφλεκτων υγρών στον περιβάλλοντα χώρο. Για την αντιμετώπιση πυρκαγιάς προβλέπεται κατάλληλος φορητός πυροσβεστήρας για πυρκαγιές κατηγορίας Β, οι οποίες αφορούν εύφλεκτα υγρά.
Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία σε απομακρυσμένους σταθμούς, όπου η έγκαιρη παρουσία προσωπικού ή πυροσβεστικών δυνάμεων δεν είναι πάντοτε δεδομένη. Η πρόληψη μιας διαρροής ή η έγκαιρη διακοπή της τροφοδοσίας μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση ενός περιστατικού.
Πυρανίχνευση και αυτόματη κατάσβεση
Η έγκαιρη ανίχνευση μιας εστίας είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις εγκαταστάσεις που λειτουργούν χωρίς μόνιμη παρουσία προσωπικού. Για τον λόγο αυτό, στις προτεινόμενες λύσεις περιλαμβάνονται ανιχνευτές καπνού ή θερμότητας, συστήματα ανίχνευσης με αναρρόφηση, όπως τα VESDA, και δυνατότητες απομακρυσμένης ειδοποίησης προς τα κέντρα λειτουργίας των δικτύων.
Η απομακρυσμένη επιτήρηση μπορεί να επιτρέψει την ταχύτερη αξιολόγηση ενός συναγερμού και την ενεργοποίηση των προβλεπόμενων διαδικασιών. Η χρησιμότητά της είναι μεγαλύτερη όταν η ειδοποίηση συνδέεται με σαφές σχέδιο ενεργειών και άμεση ενημέρωση των αρμόδιων υπηρεσιών.
Για τους οικίσκους που φιλοξενούν ηλεκτρονικό και τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό συνιστώνται, επίσης, αυτόματα συστήματα κατάσβεσης με καθαρούς κατασβεστικούς παράγοντες ή αδρανή αέρια. Οι λύσεις αυτές είναι κατάλληλες για χώρους με ευαίσθητο ηλεκτρονικό εξοπλισμό, όπου πρέπει να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόσθετων ζημιών από το κατασβεστικό μέσο.
Δεν αποτελούν, ωστόσο, όλες οι τεχνολογικές λύσεις που περιγράφονται καθολική υποχρέωση για κάθε εγκατάσταση. Η εγκύκλιος διακρίνει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις από τις συστάσεις και τις προτεινόμενες τεχνικές επιλογές. Η εφαρμογή τους πρέπει να εξετάζεται με βάση τα χαρακτηριστικά του σταθμού, τη μελέτη πυροπροστασίας και τις λοιπές εφαρμοστέες διατάξεις.
Μελέτες, εκπαίδευση και σχέδια έκτακτης ανάγκης
Πέρα από τις τεχνικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην οργανωμένη διαχείριση του κινδύνου. Η μελέτη πυροπροστασίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη θέση της εγκατάστασης, την εγγύτητα σε δασικές εκτάσεις, τον εξοπλισμό ηλεκτροδότησης, την ύπαρξη καυσίμων, την πρόσβαση των πυροσβεστικών οχημάτων και τη σημασία της λειτουργίας του σταθμού για το δίκτυο.
Η ετοιμότητα του προσωπικού αποτελεί επίσης μέρος της πρόληψης. Προβλέπεται εκπαίδευση των εργαζομένων του κατόχου της εγκατάστασης, αλλά και των συνεργαζόμενων τεχνικών εταιρειών που αναλαμβάνουν εργασίες εγκατάστασης, συντήρησης ή επισκευής. Η εκπαίδευση επαναλαμβάνεται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, κατά προτίμηση πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου.
Παράλληλα, το σχέδιο έκτακτης ανάγκης πρέπει να περιγράφει τις ενέργειες σε περίπτωση συναγερμού ή πυρκαγιάς: την ειδοποίηση της Πυροσβεστικής, την ασφαλή απομάκρυνση του προσωπικού, την απομόνωση της παροχής ισχύος όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό και τη διευκόλυνση της επέμβασης.
Η ύπαρξη ενός σχεδίου δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται να είναι επικαιροποιημένο, γνωστό στους εμπλεκομένους και προσαρμοσμένο στις πραγματικές συνθήκες της εγκατάστασης, ώστε οι ενέργειες να μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς καθυστερήσεις όταν προκύψει συμβάν.
Η ανθεκτικότητα των δικτύων στο επίκεντρο
Η πυροπροστασία μιας κεραίας δεν αφορά μόνο την αποφυγή ζημιών στον εξοπλισμό. Ένας σταθμός βάσης μπορεί να εξυπηρετεί κατοίκους, επιχειρήσεις, επισκέπτες και υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Αν τεθεί εκτός λειτουργίας, οι επιπτώσεις εξαρτώνται από την κάλυψη της περιοχής, την ύπαρξη εναλλακτικών σταθμών και τις δυνατότητες αναδρομολόγησης της κίνησης.
Γι’ αυτό και η εκτίμηση κινδύνου χρειάζεται να συνδέεται με τη συνέχεια λειτουργίας του δικτύου. Η δυνατότητα κάλυψης μιας περιοχής από γειτονικούς σταθμούς, όπου είναι τεχνικά εφικτό, μπορεί να περιορίσει τις επιπτώσεις μιας βλάβης, χωρίς βέβαια να εγγυάται ότι δεν θα υπάρξει διακοπή υπηρεσιών.
Η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη για τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των κλήσεων προς το 112. Σε συνθήκες μεγάλης πυρκαγιάς, η δυνατότητα των πολιτών να επικοινωνήσουν και των αρμόδιων υπηρεσιών να συντονίσουν τις ενέργειές τους αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Διετής προθεσμία για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις
Για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις προβλέπεται περίοδος δύο ετών για την προσαρμογή τους, στον βαθμό που αυτή είναι πρακτικά εφικτή. Το χρονικό περιθώριο δίνει στους διαχειριστές τη δυνατότητα να καταγράψουν τις εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πλαίσιο, να αξιολογήσουν τους κινδύνους και να προγραμματίσουν τις απαιτούμενες εργασίες.
Η πρώτη προτεραιότητα είναι να εντοπιστούν τα σημεία που συγκεντρώνουν μεγαλύτερο κίνδυνο, είτε λόγω της θέσης τους είτε λόγω της βλάστησης, της εφεδρικής ηλεκτροδότησης ή της δυσκολίας πρόσβασης. Στη συνέχεια, οι παρεμβάσεις μπορούν να ιεραρχηθούν με βάση τα ευρήματα της μελέτης πυροπροστασίας και τις απαιτήσεις που ισχύουν για κάθε σταθμό.
Η εγκύκλιος δίνει έτσι έμφαση όχι μόνο στην τεχνική θωράκιση των εγκαταστάσεων, αλλά και στην πρόληψη, στην εκπαίδευση και στον σχεδιασμό για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών. Για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, η πρόκληση είναι να ενσωματωθούν τα μέτρα στην καθημερινή διαχείριση των υποδομών, με στόχο να περιοριστεί ο κίνδυνος για το φυσικό περιβάλλον και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των δικτύων όταν οι συνθήκες γίνονται κρίσιμες.



