Εκπαίδευση - Κατάρτιση

Νέα βιβλία Πληροφορικής: Η Ένωση Πληροφορικών Ελλάδας καταγγέλλει προχειρότητα και παρωχημένη ύλη

Από τις αρχές του φετινού Ιουνίου, οι εκπαιδευτικοί της χώρας, τόσο αυτοί της Πρωτοβάθμιας όσο κι εκείνοι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, κλήθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας να επιλέξουν τα βιβλία που θα δοθούν στους μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου και Α’ Λυκείου για το σχολικό έτος 2027–2028. Για τη συγγραφή των εν λόγω βιβλίων έχει ορισθεί ως υπεύθυνο το ΙΕΠ (Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής), ενώ τα βιβλία που γράφτηκαν, αξιολογήθηκαν και τελικά εγκρίθηκαν με υπεύθυνο φορέα της δράσης το ΙΕΠ, βρίσκονται από τότε σε ψηφιακή μορφή στην πλατφόρμα “Μελίσπη”, η οποία δημιουργήθηκε για αυτό το σκοπό. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, θα διατίθενται δύο ή και τρία βιβλία ανά μάθημα βάσει του αρχικού σχεδιασμού, σύμφωνα με τον οποίο ο κάθε εκπαιδευτικός έχει τη δυνατότητα επιλογής του συγγράμματος που θα χρησιμοποιήσει στην τάξη του.

Ως Ένωση Πληροφορικών Ελλάδας (ΕΠΕ) θα μπορούσαμε να γνωμοδοτήσουμε για τα βιβλία αυτά ώστε να αποφευχθούν λάθη και παραλείψεις πριν αυτά φτάσουν στα χέρια των εκπαιδευτικών.. Παρ’ όλα αυτά, ουδέποτε κληθήκαμε από τους αρμόδιους να καταθέσουμε τη γνώμη μας. Είδαμε κι εμείς, λοιπόν, τα βιβλία αυτά, όπως και οι συνάδελφοι Πληροφορικοί της Εκπαίδευσης, όπως δημοσιοποιήθηκαν και καταθέτουμε παρακάτω τα σχόλιά μας, ξεκινώντας με τα βιβλία του Γυμνασίου.

Η πρώτη γενική επισήμανση είναι ότι στα βιβλία και των τριών τάξεων του Γυμνασίου φαίνεται να μη λαμβάνεται καθόλου υπόψη το εβδομαδιαίο πρόγραμμα διδασκαλίας. Σαν να μη γνώριζαν οι συγγραφικές ομάδες πως το μάθημα της Πληροφορικής είναι μονόωρο στη Β’ και Γ’ Γυμνασίου, ενώ μόνο στην Α’ τάξη διδάσκεται για δυο ώρες την εβδομάδα. Παρά το γεγονός ότι θεωρούμε πως ούτε οι δυο ώρες αρκούν για τη σωστή διδασκαλία της συγκεκριμένης ύλης σε κάθε τάξη, οφείλουμε να επισημάνουμε την παραπάνω ασυμφωνία μεταξύ του πλήθους των διαθέσιμων ωρών και της ύλης που καλύπτουν τα αντίστοιχα βιβλία.

Τα βιβλία δίνουν την εντύπωση, ακόμη και με ένα γρήγορο ξεφύλλισμα, ότι έχουν γραφεί βιαστικά. Για παράδειγμα, στη σελίδα 14 του -μοναδικού- συγγράμματος της Γ’ Γυμνασίου, υπάρχει η ακόλουθη εικόνα ως παράδειγμα ισοπαλίας στο παιχνίδι τρίλιζα (tic-tac-toe), που είναι προφανέστατα λάθος κατάληξη:

Επιπλέον, βλέπουμε ότι όπου διδάσκεται αλγοριθμική/προγραμματισμός υπολογιστών, δεν υιοθετείται μια συγκεκριμένη, υπαρκτή γλώσσα προγραμματισμού (κατά προτίμηση block-oriented, όπως π.χ. Blockly). Αντίθετα οι μαθητές ταλαιπωρούνται και σίγουρα μπερδεύονται με την επίδειξη παραδειγμάτων πότε σε Scratch, πότε σε Pencil Code, πότε σε Python, πότε σε Logo (Microworlds), κ.ο.κ.

Μία ακόμη γενική παρατήρηση έχει να κάνει με τη δυσκολία της -προτεινόμενης ως διδακτέας- ύλης. Συγκεκριμένα, θεωρούμε ότι έννοιες όπως η αναδρομή, οι δυναμικές δομές δεδομένων, ή θέματα αρχιτεκτονικής υπολογιστών (π.χ. Address / data bus, μήκος λέξης, MAR, MDR κλπ), απαιτούν ανάλογη παιδαγωγική προσέγγιση και μελετημένη διατύπωση προκειμένου να κατακτηθούν ουσιαστικά από τους μαθητές. Επίσης απαιτούν προσεκτική επιλογή της ενδεδειγμένης ηλικίας, ώστε να εναρμονίζεται με το αναπτυξιακό στάδιο των μαθητών. Θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό παρακάτω.

Παρακάτω στη σελίδα 35 υπάρχει παράδειγμα αναδρομής, κάτι που θα δούμε ότι συμβαίνει και με ένα από τα δύο βιβλία της Β’ Τάξης, χωρίς καν να έχουν ακόμα εμπεδώσει οι (μικροί) μαθητές τον μηχανισμό κλήσης/επιστροφής από υπορουτίνα.

Στο ένα από τα δύο βιβλία της Β’ τάξης και, συγκεκριμένα, στις σελίδες 75 και 78, βρίσκουμε αναφορές σε γλώσσα προγραμματισμού assembly για Intel x86 CPU της δεκαετίας του ’80 (MS-DOS interrupts). Κι αναρωτιέται κανείς:

  1. Τι ποσοστό του σημερινού Εκπαιδευτικού προσωπικού Πληροφορικής (ΠΕ86) που υπηρετεί στα Γυμνάσια της χώρας μπορεί να διδάξει -έστω και επιδερμικά- BIOS interrupts; Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι την Πληροφορική στη Δευτεροβάθμια εξακολουθούν π.χ. να τη διδάσκουν και Γυμναστές, Χημικοί ή ακόμα και Θεολόγοι.
  2. Ποιο το νόημα να μιλάμε για παρωχημένες τεχνολογίες σε 15χρονα και μάλιστα στο πλαίσιο μονόωρου (!) μαθήματος; Τέτοιες προσεγγίσεις απαξιώνουν το μάθημα της Πληροφορικής και ακυρώνουν τη δυνατότητα να αποτελέσει ένα ελκυστικό για τους μαθητές αντικείμενο που θα τους προσφέρει πολύτιμα εφόδια και θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τις σύγχρονες τεχνολογίες και να καλλιεργήσουν τη δημιουργικότητά τους.
  3. Γενικά, προς τι η αναφορά σε αντικείμενο που κανονικά διδάσκεται σε φοιτητές Πληροφορικής και μόνο κατά περίπτωση (systems/OS/IoT programming);

Να συμπληρώσουμε ενδεικτικά ότι στη σελ. 78 υπάρχει και ερώτηση αυτοαξιολόγησης στην οποία θα είχε ενδιαφέρον να δούμε πώς θα εξηγήσει κανείς στον μαθητή π.χ. τη διαφορά μεταξύ των καταχωρητών AL και AH (αρχιτεκτονική Intel x86 CPU δεκαετίας ’80) στις εντολές μετακίνησης δεδομένων που αφορούν στον accumulator. Όσο για το άλλο βιβλίο, εκεί πάλι βρίσκουμε ως προγραμματιστικό υπόδειγμα υλοποίηση αντίστροφης μέτρησης με αναδρομή!

Ξανά στο βιβλίο της Β’ Γυμνασίου, όπου στη σελ. 36 διαβάζουμε:

“Οι πίνακες έχουν αυστηρά σταθερό μέγεθος, το οποίο καθορίζει ο προγραμματιστής κατά τη δημιουργία τους”.

Αυτό σήμερα θεωρείται εντελώς παρωχημένο, καθώς ακόμα και παλιές, “παραδοσιακές” γλώσσες όπως η Basic, έχουν προβλέψει στις σύγχρονες “διαλέκτους” τους μηχανισμούς όπως η ReDim (redimension) για τους πίνακες. Ίσως θα ήταν καλύτερα να μην ξεχωρίζουμε καν τις Δομές Δεδομένων σε στατικές και δυναμικές, παρά μόνο ως ομοιογενείς ή πολυμορφικές, ακολουθιακής ή τυχαίας προσπέλασης, κτλ. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να παρουσιάζονται μόνο οι λίστες της Python, ως μια συνηθισμένη πολυμορφική δυναμική δομή τυχαίας προσπέλασης, εφόσον το ακροατήριό μας αποτελείται από παιδιά 14 ετών.

Στο ίδιο βιβλίο παρακάτω (σελ. 88) παρουσιάζεται μια κατηγοριοποίηση του λογισμικού των υπολογιστών. Έτσι όμως όπως παρουσιάζεται, χωρίς δηλαδή αναφορά στα κριτήρια που το διαφοροποιούν, δίνεται λανθασμένη εντύπωση σε κάποια θέματα, όπως π.χ. ότι άλλο πράγμα είναι το λογισμικό εφαρμογών κι άλλο το λογισμικό ανοικτού κώδικα. Θα μπορούσε απλώς να αναφέρεται κάτι σαν:

“Με κριτήριο την άδεια χρήσης και τη διαθεσιμότητά του, το λογισμικό διακρίνεται σε ελεύθερο/ανοικτό vs. ιδιοταγές/κλειστό, ενώ ανάλογα αν το λογισμικό απευθύνεται στη μηχανή ή στον άνθρωπο χρήστη, διακρίνεται σε λογισμικό συστήματος (λειτουργικό σύστημα) και σε λογισμικό εφαρμογών”.

Πραγματικά απορούμε πως δεν το πρόσεξε η επιτροπή αξιολόγησης.

Για τα βιβλία της Α’ Γυμνασίου τώρα, θεωρούμε πως δεν υπάρχει λόγος να υφίστανται κάποιες αναφορές σε τεχνολογίες δικτύων Η/Υ που ελάχιστα χρησιμοποιούνται σήμερα, όπως η τοπολογία Διαύλου ή (σε ό,τι αφορά στο Data Link layer) οι τεχνολογίες Token Ring, Token bus, CSMA-CD. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχουμε Switched Ethernet. Γιατί να προκαλείται σύγχυση στους μαθητές με τόση ορολογία και τόσες τοπολογίες;

Περνώντας τώρα στο ζήτημα του μαθήματος της Πληροφορικής στο Δημοτικό Σχολείο, το οποίο μέχρι τώρα διδασκόνταν χωρίς σχολικό εγχειρίδιο και παραμένει μονόωρο, χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις ουσιαστικής και επωφελούς εργαστηριακής διεξαγωγής οφείλουμε να τονίσουμε ότι, ανεξάρτητα από τα νέα βιβλία και το περιεχόμενό τους ο περιορισμένος χρόνος που διατίθεται δεν επαρκεί για την ουσιαστική εφαρμογή του προγράμματος σπουδών. Προκειμένου οι εκπαιδευτικοί να μπορούν να καλύψουν αποτελεσματικά τους μαθησιακούς στόχους, να καλλιεργήσουν τις αναγκαίες γνώσεις και ψηφιακές δεξιότητες των μαθητών και να υλοποιήσουν βιωματικές δραστηριότητες, το μάθημα θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον δίωρο σε εβδομαδιαία βάση. Αυτή είναι η ελάχιστη αναγκαία διάρκεια που θα επιτρέψει στους μαθητές να συμμετέχουν πιο ενεργά, να εξασκούν ουσιαστικές δεξιότητες και να εμπλέκονται σε συνεργατικές και δημιουργικές δραστηριότητες χωρίς την πίεση του περιορισμένου χρόνου.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η αξιοποίηση των σετ εκπαιδευτικής ρομποτικής, τα οποία πλέον αποτελούν βασικό εργαλείο για την ανάπτυξη της υπολογιστικής σκέψης, της συνεργασίας, της επίλυσης προβλημάτων και της δημιουργικότητας των μαθητών. Η χρήση τους απαιτεί επαρκή διδακτικό χρόνο, σωστή οργάνωση και δυνατότητα πρακτικής ενασχόλησης από όλους τους μαθητές, κάτι που είναι πρακτικά αδύνατο να επιτευχθεί μέσα σε μία μόνο διδακτική ώρα.

Επιπλέον, θεωρούμε αναγκαία την αναπροσαρμογή του προγράμματος σπουδών για την Α΄ και Β΄ Δημοτικού, ώστε να ανταποκρίνεται περισσότερο στις πραγματικές δυνατότητες και τις αναπτυξιακές ανάγκες των μαθητών αυτών των ηλικιών. Το νέο πρόγραμμα σπουδών, σε αρκετές περιπτώσεις, θέτει ιδιαίτερα αυξημένες και μη ρεαλιστικές απαιτήσεις, οι οποίες δύσκολα μπορούν να υλοποιηθούν μέσα στον διαθέσιμο διδακτικό χρόνο και στις υπάρχουσες σχολικές συνθήκες. Είναι σημαντικό το πρόγραμμα να εστιάζει περισσότερο στη βιωματική προσέγγιση, στην εξοικείωση με τις βασικές γνώσεις και ψηφιακές δεξιότητες, στο παιχνίδι, στη δημιουργικότητα και στη σταδιακή ανάπτυξη της υπολογιστικής σκέψης, με στόχους παιδαγωγικά εφικτούς και κατάλληλους για την ηλικία των μαθητών. Τα προβλήματα του προγράμματος αντανακλούν και στα βιβλία που δημοσιοποιήθηκαν καθώς οι συγγραφικές ομάδες ήταν υποχρεωμένες να ακολουθήσουν ένα ακατάλληλο πρόγραμμα σπουδών, ειδικά για τους μικρότερους μαθητές.

Παράλληλα, υπάρχει σοβαρό ζήτημα σχετικά με την καταλληλότητα πολλών σχολικών εργαστηρίων πληροφορικής. Σε αρκετές σχολικές μονάδες, ο εξοπλισμός είναι παρωχημένος, οι υποδομές ανεπαρκείς και οι διαθέσιμοι ψηφιακοί πόροι δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες. Συχνά δεν υπάρχει επαρκής αριθμός από σετ ρομποτικής ή ο κατάλληλος χώρος για την αξιοποίησή τους. Άλλες πάλι φορές στέλνονται δεκάδες, ενίοτε ακόμη και εκατοντάδες, κιτ σε μικρά σχολεία. Οι συνθήκες αυτές δυσκολεύουν τη διδασκαλία και περιορίζουν τη δυνατότητα εφαρμογής σύγχρονων και καινοτόμων παιδαγωγικών προσεγγίσεων.

Σημαντική, όμως, πρόκληση αποτελεί και ο μεγάλος αριθμός μαθητών ανά τμήμα. Θεωρούμε ότι το μάθημα πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικά εργαστηριακό χαρακτήρα, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά και με παιδαγωγική επάρκεια. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο είτε να τοποθετείται δεύτερος εκπαιδευτικός Πληροφορικής στον χώρο κατά τη διάρκεια του μαθήματος, είτε το τμήμα να χωρίζεται σε δύο ομάδες. Η πρακτική φύση του μαθήματος, η χρήση υπολογιστών, ηλεκτρονικού εξοπλισμού και σετ ρομποτικής απαιτούν συνεχή επίβλεψη και υποστήριξη των μαθητών. Το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο την ποιότητα της διδασκαλίας και την αποτελεσματική συμμετοχή των μαθητών, αλλά και την ασφάλεια μέσα στο εργαστήριο.

Αν στόχος μας είναι να προετοιμάσουμε τους μαθητές για τις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η διδασκαλία των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών (ΤΠΕ) στο Δημοτικό σχολείο μέσα από την καθιέρωση δίωρου εβδομαδιαίου μαθήματος, κατ΄ ελάχιστον, τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό των εργαστηρίων πληροφορικής, την επαρκή προμήθεια, συντήρηση και αξιοποίηση εκπαιδευτικών σετ ρομποτικής και την ουσιαστική υποστήριξη του εργαστηριακού χαρακτήρα του μαθήματος μέσω δεύτερου εκπαιδευτικού ή μικρότερων ομάδων μαθητών.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται συνεχώς λόγος για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της εκπαίδευσης, την ενίσχυση του Ψηφιακού Εγγραμματισμού των πολιτών και την ανάγκη οι μαθητές να αποκτήσουν δεξιότητες του 21ου αιώνα. Αν πραγματικά επιθυμούμε να υλοποιηθούν αυτοί οι στόχοι, τότε οφείλουμε να στηρίξουμε τους Πληροφορικούς της Εκπαίδευσης στην πράξη σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες παρέχοντας τον απαραίτητο χρόνο, τις κατάλληλες υποδομές και τις σωστές συνθήκες μάθησης μέσα στα σχολεία. Η επένδυση στην Πληροφορική Παιδεία αποτελεί επένδυση στο μέλλον των παιδιών, στην κριτική τους σκέψη, στη δημιουργικότητα και στην υπεύθυνη συμμετοχή τους στη σύγχρονη κοινωνία.

Σε κάθε περίπτωση, επανερχόμενοι στο επίκαιρο θέμα των νέων σχολικών βιβλίων που έδωσε και την αφορμή της παρούσας παρέμβασης, επισημαίνουμε και πάλι ότι δεν κληθήκαμε εμείς να αξιολογήσουμε τα (νέα) σχολικά βιβλία Πληροφορικής και πραγματικά ένα δελτίο Τύπου δεν είναι καθόλου κατάλληλος χώρος για κάτι τέτοιο. Θα αρκεστούμε, λοιπόν, να επισημάνουμε το επιπόλαιο του όλου εγχειρήματος με την ευχή να διορθωθούν όσο γίνεται, έστω και την τελευταία στιγμή τα κακώς κείμενα. Επιτέλους, ας μη μείνει τόσο κραυγαλέα ορατή η βιασύνη και η προχειρότητα εκτέλεσης του έργου.

Θα πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους η ελληνική Πολιτεία να αντιμετωπίσει με τη δέουσα σοβαρότητα και την απαραίτητη επιστημονική βάση το αντικείμενο της Πληροφορικής, ειδικότερα στα σχολεία και στο γενικότερο πλαίσιο της Πληροφοριακής Παιδείας και του Ψηφιακού Εγγραμματισμού. Είναι αδιανόητο να ακούμε διαρκώς ανακοινώσεις για έργα υψηλής τεχνολογίας και ανάπτυξη υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης, και ταυτόχρονα η χώρα να βρίσκεται ακόμα εκπαιδευτικά σε υλικό και παιδαγωγικές μεθόδους του προηγούμενου αιώνα.

Το Διοικητικό Συμβούλιο
της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας

close menu