Πολιτική

Ασπίδα του Αχιλλέα: Ο πηγαίος κώδικας, οι αντιφάσεις, οι απαντήσεις, το ισραηλινό «ναι μεν, αλλά», τα πολιτικά ερωτήματα, η νέα αντιπαράθεση

του Γιάννη Χαλαβαζή

Η υπόθεση του πηγαίου κώδικα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» εξελίσσεται σε μία από τις νέες σοβαρές πολιτικές διελκυστίνδες που εγείρει πολιτικά ερωτήματα γύρω από το νέο ελληνικό αμυντικό δόγμα. Και αυτό όχι επειδή αμφισβητείται η ανάγκη ενίσχυσης της ελληνικής αεράμυνας, αλλά επειδή προέκυψε ένα κρίσιμο ζήτημα: ποιος ελέγχει τελικά το λογισμικό ενός συστήματος, που αποτελεί βασικό πυλώνα της εθνικής άμυνας; Το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας επιχείρησε να δώσει απάντηση μετά τον θόρυβο που προκάλεσαν οι δηλώσεις του επικεφαλής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας Μοσέ Πατέλ, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα δεν θα είχε πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα. Η νέα διευκρίνιση αναφέρει ότι θα αναπτυχθεί ειδικός ελληνικός πηγαίος κώδικας, με ισραηλινή υποστήριξη, προσαρμοσμένος στις ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Από τη δήλωση Πατέλ στη νέα ισραηλινή διευκρίνιση

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η αρχική δημόσια τοποθέτηση ήταν διαφορετική. Ο Μοσέ Πατέλ είχε δηλώσει ότι ο πηγαίος κώδικας δεν περιλαμβανόταν στην άδεια χρήσης του συστήματος. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τις επισημάνσεις της αντιπολίτευσης, στην ανακοίνωση του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας για την υπογραφή της συμφωνίας αναφερόταν ότι το νέο εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου θα αναπτυχθεί από τη Rafael, μία από τις σημαντικότερες ισραηλινές κρατικές αμυντικές βιομηχανίες. Είναι κρατική ισραηλινή εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας, που ανήκει στο Ισραήλ, από τους βασικούς πυλώνες της ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας, μαζί με την Israel Aerospace Industries (IAI) και την Elbit Systems. Η νέα ανακοίνωση αλλάζει την εικόνα, χωρίς όμως να εξαφανίζει το ερώτημα για την αντιπολίτευση. Εχει διαφορετική έννοια η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα ενός υπάρχοντος ισραηλινού συστήματος και άλλη η ανάπτυξη ενός νέου ελληνικού κώδικα, ο οποίος θα ενσωματώνεται στο συνολικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία.

Το πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση

Ο Νίκος Δένδιας είχε θέσει ο ίδιος πολύ ψηλά τον πήχη. Κατά την παρουσίαση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» στις 23 Ιουλίου είχε δηλώσει ότι η Ελλάδα θα έχει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα για τα συστήματα. που προμηθεύεται και ότι διαφορετικά η προμήθεια δεν θα προχωρούσε. Επομένως, η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα επικοινωνιακό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει ένα ζήτημα συμβατικής και επιχειρησιακής αποσαφήνισης. Και τα ερωτήματα έχουν ήδη τεθεί από την αντιπολίτευση και τους ειδικούς οπλικών συστημάτων. Τι ακριβώς παραδίδεται στην Ελλάδα; Ποιος έχει την κυριότητα; Ποιος έχει δικαίωμα πρόσβασης και τροποποίησης; Ποιος μπορεί να αναπτύξει νέες λειτουργίες; Και, κυρίως, μπορεί η Ελλάδα να λειτουργήσει και να εξελίξει το σύστημα χωρίς να εξαρτάται από τη βούληση του προμηθευτή;

Αυτά είναι τα ερωτήματα για τα οποία αναμένονται άμεσα απαντήσεις με όρους σύμβασης και όχι πολιτικών δηλώσεων.

ΠΑΣΟΚ: «Πού βρίσκεται τελικά η αλήθεια;»

Το ΠΑΣΟΚ ήταν το πρώτο που έθεσε ευθέως το ζήτημα στη Βουλή. Ο Μιχάλης Κατρίνης υπενθύμισε τη θέση του υπουργού Άμυνας για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα και αντιπαρέβαλε τις δηλώσεις αυτές με την αρχική ισραηλινή τοποθέτηση. Το ερώτημα που έθεσε είναι πολιτικά ιδιαίτερα βαρύ: «Ανήκει στην Ελλάδα ο πηγαίος κώδικας της “Ασπίδας του Αχιλλέα”;» Το ΠΑΣΟΚ ζητά έγγραφη απάντηση και πλήρη αποσαφήνιση των όρων της συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι σε εξοπλιστικά προγράμματα τόσο μεγάλης οικονομικής και στρατηγικής σημασίας τα εθνικά συμφέροντα πρέπει να διασφαλίζονται απόλυτα.

Το θέμα δεν περιορίστηκε στο ΠΑΣΟΚ. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) ζήτησε επίσης απαντήσεις από την κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να αποκτά ένα σύστημα πολλών δισεκατομμυρίων χωρίς σαφή εικόνα για το επίπεδο ελέγχου που θα διαθέτει πάνω στο λογισμικό και το σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Έτσι, ένα τεχνικό ζήτημα μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε πολιτικό ζήτημα διαφάνειας, κυριαρχίας και επιχειρησιακής αυτονομίας.

Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει λεπτομέρειες.

Η συζήτηση για τον πηγαίο κώδικα δεν είναι λεπτομέρεια για ειδικούς της πληροφορικής. Στα σύγχρονα αμυντικά συστήματα το λογισμικό αποτελεί κρίσιμο τμήμα της επιχειρησιακής τους λειτουργίας. Η Ελλάδα επενδύει στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» ακριβώς για να αποκτήσει ένα ενιαίο, πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιμετώπισης νέων απειλών. Επομένως, η πραγματική αξία της συμφωνίας δεν κρίνεται μόνο από τους αισθητήρες, τα όπλα και τις πλατφόρμες, αλλά και από το ποιος έχει τον τελευταίο λόγο στο ψηφιακό περιβάλλον που τα συνδέει.

Η ισραηλινή διευκρίνιση ασφαλώς μεταβάλλει τα δεδομένα. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την ελληνική επίσημη ενημέρωση. Το ζητούμενο πλέον είναι απλό και συγκεκριμένο: να δοθεί στη δημοσιότητα, στον βαθμό που επιτρέπεται από το απόρρητο της σύμβασης, τι ακριβώς συμφωνήθηκε για τον πηγαίο κώδικα, το C2, τα δικαιώματα τροποποίησης, την τεχνική υποστήριξη και την επιχειρησιακή αυτονομία της Ελλάδας. Γιατί η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Είναι ένα ψηφιακά ενοποιημένο σύστημα που φιλοδοξεί να αποτελέσει τον πυρήνα της μελλοντικής ελληνικής αεράμυνας. Και σε τέτοια συστήματα η κυριαρχία δεν μετριέται μόνο με το ποιος κρατά τα όπλα, αλλά αξιολογείται κυρίως με το ποιος ελέγχει τον «πυρήνα» της αμυντικής υποδομής που είναι ο κώδικας.

close menu