του ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΛΑΒΑΖΗ
Η πρόσφατη αποκάλυψη κυκλώματος κατασκοπείας που φέρεται να δραστηριοποιούνταν γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ευαίσθητες υποδομές στην Ελλάδα υπέρ της Κίνας, προκάλεσε έντονο προβληματισμό στις αρμόδιες αρχές και αναζωπύρωσε τη συζήτηση για την ασφάλεια των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και υποδομών της χώρας. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συνδέεται έμμεσα με τη χρήση εξοπλισμού κινεζικών εταιρειών σε κρίσιμες υποδομές επικοινωνίας.
Οι έρευνες των ελληνικών αρχών ανέδειξαν την ύπαρξη οργανωμένου δικτύου που φέρεται να συγκέντρωνε πληροφορίες στρατιωτικού και αμυντικού ενδιαφέροντος. Αν και η υπόθεση βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση, το γεγονός ότι εμπλέκονται ξένες υπηρεσίες και σύγχρονες τεχνολογίες παρακολούθησης έχει ενισχύσει τις ανησυχίες για ενδεχόμενα κενά ασφαλείας στα τηλεπικοινωνιακά συστήματα.
Οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές αποτελούν βασικό πυλώνα της εθνικής ασφάλειας, καθώς δια μέσω αυτών διακινούνται στρατιωτικά δεδομένα, κυβερνητικές επικοινωνίες και πληροφορίες ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του κράτους. Η αποκάλυψη του κυκλώματος κατασκοπείας έφερε στο προσκήνιο τις επιφυλάξεις ότι τεχνολογικός εξοπλισμός που δεν ελέγχεται πλήρως από τις εθνικές αρχές μπορεί να αποτελέσει «αδύναμο κρίκο» στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, η λειτουργία κινεζικών συστημάτων σε δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, σταθερής ευρυζωνικότητας και δημόσιων υποδομών τέθηκε εκ νέου υπό αυστηρή αξιολόγηση.
Η αποκάλυψη του κυκλώματος κατασκοπείας έφερε στο προσκήνιο τον φόβο ότι τεχνολογικός εξοπλισμός που δεν ελέγχεται πλήρως από τις εθνικές αρχές μπορεί να αποτελέσει «αδύναμο κρίκο» στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία κινεζικών συστημάτων σε δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, σταθερής ευρυζωνικότητας και δημόσιων υποδομών τίθεται εκ νέου υπό αυστηρή αξιολόγηση.
Η ελληνική στάση και η αναπροσαρμογή πολιτικής
Μέχρι πρόσφατα, η Ελλάδα ακολουθούσε μετριοπαθή στάση απέναντι στη χρήση κινεζικού εξοπλισμού, επιτρέποντας τη συμμετοχή του σε μέρος των τηλεπικοινωνιακών υποδομών, κυρίως λόγω του χαμηλότερου κόστους και της τεχνολογικής του ωριμότητας.
Ωστόσο, μετά τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση κατασκοπείας, αναμένεται άμεσα σαφής μετατόπιση πολιτικής. Οι αρμόδιες υπηρεσίες ασφάλειας, σε συνεργασία με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, αναμένεται να επανεξετάσουν το επίπεδο εμπιστοσύνης προς προμηθευτές υψηλού ρίσκου ασφαλείας. Ηδη εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο σταδιακής απόσυρσης κινεζικού εξοπλισμού από ευαίσθητα σημεία του δικτύου, ιδιαίτερα σε περιοχές στρατηγικής σημασίας και σε εγκαταστάσεις που συνδέονται με την άμυνα και την πολιτική προστασία. Ηδη οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας αναμένεται να συμμορφωθούν «προς τα υποδείξεις».
Η ελληνική αναπροσαρμογή πολιτικής είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει θέσει ως προτεραιότητα την προστασία των ψηφιακών υποδομών και προωθεί τη μείωση της εξάρτησης από προμηθευτές που θεωρούνται υψηλού κινδύνου. Η αποκάλυψη του κυκλώματος κατασκοπείας στην Ελλάδα υπέρ της Κίνας ενίσχυσε το επιχείρημα υπέρ μιας ενιαίας ευρωπαϊκής γραμμής, που προβλέπει τον περιορισμό ή ακόμη και τον αποκλεισμό κινεζικού τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού από τα δίκτυα κινητής και σταθερής τηλεφωνίας. Για τη χώρα μας, αυτό σημαίνει επιτάχυνση των σχετικών μεταρρυθμίσεων και μεγαλύτερη συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.
Οι συνέπειες για τις κινεζικές εταιρείες
Οι εξελίξεις αυτές έχουν δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον για τις κινεζικές εταιρείες στην ελληνική αγορά. Εταιρείες που μέχρι πρόσφατα είχαν σημαντικό μερίδιο σε έργα υποδομών και αναβαθμίσεων δικτύων βλέπουν πλέον τις προοπτικές τους να περιορίζονται. Ο αποκλεισμός τους από διαγωνισμούς, η αυστηροποίηση των ελέγχων και η επιφυλακτικότητα των παρόχων εκτιμάται ότι θα μειώνουν δραστικά τις επιχειρηματικές τους δυνατότητες. Παράλληλα, πλήττεται και η εικόνα τους στο ευρύ κοινό, καθώς συνδέονται, έστω και έμμεσα, με ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Σίγουρα η μετάβαση σε εναλλακτικό εξοπλισμό δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι ελληνικοί πάροχοι καλούνται να επενδύσουν σημαντικά ποσά για την αντικατάσταση υφιστάμενων συστημάτων, ενώ παράλληλα πρέπει να διασφαλίσουν ότι δεν θα διαταραχθεί η ποιότητα των υπηρεσιών. Το κόστος αυτό ενδέχεται να μετακυλιστεί, έμμεσα στους καταναλωτές, μέσω αυξημένων τιμολογίων ή καθυστερήσεων στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, όπως το 5G και μελλοντικά το 6G, εκεί όπου οι κινεζικές εταιρείες υπερέχουν ξεκάθαρα τεχνολογικά και οικονομικά.
Η υπόθεση του κυκλώματος κατασκοπείας στην Ελλάδα λειτούργησε ως καταλύτης για μια ευρύτερη επανεξέταση της ψηφιακής ασφάλειας της χώρας. Οι τηλεπικοινωνίες αναδεικνύονται πλέον όχι μόνο ως τεχνολογικό και οικονομικό πεδίο, αλλά και ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Για τις κινεζικές εταιρείες, το νέο αυτό περιβάλλον σηματοδοτεί μια περίοδο αβεβαιότητας και περιορισμένων δυνατοτήτων. Για την Ελλάδα, αποτελεί μια δύσκολη και υποχρεωτική επιλογή ανάμεσα στην οικονομική αποδοτικότητα και τη στρατηγική ασφάλεια.
Το επόμενο διάστημα θα κρίνει αν η χώρα θα καταφέρει να ενισχύσει την ψηφιακή της θωράκιση χωρίς να υπονομεύσει την τεχνολογική της ανάπτυξη.

