Της Σοφίας Μυττά
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας παραμένει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία στήριξης και μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι που έχουν εγκριθεί για τη χώρα αντιστοιχούν σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ και μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τη μελλοντική αναπτυξιακή της πορεία.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Eurostat, όπως τα αναλύει η Eurobank, η Ελλάδα είναι αναλογικά ο μεγαλύτερος δικαιούχος πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι συνολικοί εγκεκριμένοι πόροι ανέρχονται σε 35,95 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 16,0% του ΑΕΠ του 2023, όταν ο μέσος όρος για την ΕΕ-27 περιορίζεται μόλις στο 3,7%. Από το συνολικό αυτό ποσό, 18,22 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. ευρώ δάνεια, γεγονός που αναδεικνύει τόσο τη σημασία του Ταμείου για την ελληνική οικονομία όσο και την ανάγκη για αποτελεσματική και έγκαιρη υλοποίηση των προβλεπόμενων δράσεων.
Σε ό,τι αφορά τις εκταμιεύσεις, μέχρι τις 7 Ιανουαρίου 2026 είχαν διοχετευθεί προς την Ελλάδα συνολικά 23,44 δισ. ευρώ, δηλαδή το 65,1% των συνολικών διαθέσιμων πόρων. Από αυτά, 12,04 δισ. ευρώ αφορούσαν επιχορηγήσεις, ποσοστό 66,1% του συνόλου τους, ενώ 11,4 δισ. ευρώ προήλθαν από το σκέλος των δανείων, καλύπτοντας το 64,1% των αντίστοιχων πόρων. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 9η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27, ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της Ένωσης, αλλά χαμηλότερα σε σχέση με την εικόνα που παρουσίαζε στα τέλη του 2023, όταν βρισκόταν στις πρώτες πέντε θέσεις.
Η αρχιτεκτονική του Ταμείου Ανάκαμψης προβλέπει ότι η εκταμίευση των πόρων συνδέεται άμεσα με την επίτευξη συγκεκριμένων οροσήμων και στόχων, οι οποίοι αφορούν τόσο μεταρρυθμίσεις όσο και επενδύσεις. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα έχει μέχρι σήμερα εκπληρώσει 178 από τα 382 προβλεπόμενα ορόσημα και στόχους, ποσοστό 46,6%. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον μέσο όρο της ΕΕ-27 διαμορφώνεται στο 48,8%, γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στην 17η θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Η υποχώρηση αυτή σε σχέση με την κατάταξη που είχε η Ελλάδα στο τέλος του 2023 υποδηλώνει ότι τα εναπομείναντα ορόσημα είναι σαφώς πιο απαιτητικά, καθώς συνδέονται κυρίως με την ολοκλήρωση σύνθετων μεταρρυθμίσεων και μεγάλων επενδυτικών έργων, όπως έργα υποδομών, η πλήρης ολοκλήρωση του κτηματολογίου και δράσεις που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση.
Πρόοδος ανά πυλώνα
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά όταν εξετάζεται η πρόοδος ανά πυλώνα. Η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στους τομείς της έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης, όπου έχει ολοκληρώσει το 55,9% των οροσήμων, καθώς και της πράσινης μετάβασης με ποσοστό 48,2%. Αντίθετα, υστερεί στον ψηφιακό μετασχηματισμό, όπου το ποσοστό ολοκλήρωσης διαμορφώνεται στο 40,5%, στην κοινωνική και εδαφική συνοχή με 38,1%, στην υγεία και στη συνολική οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα με 47,4%, ενώ ιδιαίτερα χαμηλή παραμένει η πρόοδος στον πυλώνα που αφορά τις πολιτικές για την επόμενη γενιά, όπου έχει ολοκληρωθεί μόλις το 22,2% των στόχων.
Σε ό,τι αφορά την πραγματική χρήση των πόρων, δηλαδή τις εκταμιεύσεις προς τους τελικούς δικαιούχους, την περίοδο 2020-2024 η Ελλάδα είχε αξιοποιήσει 7,75 δισ. ευρώ από τα συνολικά 36 δισ. ευρώ που της έχουν εγκριθεί, ποσοστό 21,6%. Η επίδοση αυτή είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, κυρίως λόγω της χαμηλής χρήσης των επιχορηγήσεων. Αντίθετα, στο σκέλος των δανείων η Ελλάδα εμφανίζει οριακά καλύτερη εικόνα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έχοντας χρησιμοποιήσει το 14,9% των διαθέσιμων πόρων έναντι 14,2% στην ΕΕ-27. Στις επιχορηγήσεις, ωστόσο, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 28,0%, σημαντικά χαμηλότερα από το 46,4% της Ένωσης.
Παρά ταύτα, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι την περίοδο 2023-2024 η Ελλάδα έχει επιταχύνει τον ρυθμό χρήσης τόσο των δανείων όσο και των επιχορηγήσεων, καταγράφοντας ετήσια ποσοστά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Πρόκειται για μια ένδειξη βελτίωσης, η οποία όμως θα πρέπει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα ενόψει της καταληκτικής ημερομηνίας του Αυγούστου 2026.
Κατανομή πόρων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή των πόρων. Στο σκέλος των επιχορηγήσεων, το 88,2% των πόρων στην Ελλάδα κατευθύνεται σε κεφαλαιουχικές δαπάνες, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που υποδηλώνει έμφαση σε επενδυτικές παρεμβάσεις. Στα δάνεια, σχεδόν το σύνολο των πόρων διοχετεύεται μέσω χρηματοοικονομικών εργαλείων, κυρίως με τη μορφή δανείων που περνούν από το τραπεζικό σύστημα προς την πραγματική οικονομία.
Με δεδομένο ότι το Ταμείο Ανάκαμψης αντιστοιχεί σε σημαντικό μερίδιο του ελληνικού ΑΕΠ, το επόμενο διάστημα είναι καθοριστικό. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απορρόφηση των πόρων, αλλά κυρίως η αποτελεσματική αξιοποίησή τους. Η κατεύθυνση των κονδυλίων σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, τεχνολογίας και παραγωγικότητας θα κρίνει αν το Ταμείο Ανάκαμψης θα αποτελέσει απλώς μια πρόσκαιρη ώθηση ή τον καταλύτη για μια βιώσιμη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.