του Γιάννη Χαλαβαζή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε τη δεύτερη φάση των εθνικών αμυντικών σχεδίων στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Security Action for Europe (SAFE), επιτρέποντας τη χρηματοδότηση οκτώ κρατών-μελών, μεταξύ αυτών και της Ελλάδας. Από τις 19 χώρες που υπέβαλαν αιτήματα, μόλις οι μισές κατάφεραν να ενταχθούν σε αυτή τη φάση, σε μια διαδικασία που αποδείχθηκε εξαιρετικά ανταγωνιστική και πολιτικά απαιτητική. Η απόφαση, που ανακοινώθηκε στις 26 Ιανουαρίου από τις Βρυξέλλες, θεωρείται κρίσιμη για τη στρατιωτική αναβάθμιση της ΕΕ, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα άμεσης ενίσχυσης των ευρωπαϊκών Ενόπλων Δυνάμεων μέσω χαμηλότοκων, μακροπρόθεσμων δανείων.
Το SAFE, το οποίο υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2025 ως βασικό «εργαλείο» του πακέτου Readiness 2030, σχεδιάστηκε για να σπάσει τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής άμυνας, προωθώντας κοινές προμήθειες, τυποποίηση συστημάτων και ενίσχυση των δυνατοτήτων συντήρησης και υποστήριξης (MRO). Παράλληλα, ενσωματώνει την Ουκρανία στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα ασφάλειας. Οι οκτώ χώρες που εγκρίθηκαν σε αυτή τη φάση είναι η Ελλάδα, η Ιταλία, η Φινλανδία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Εσθονία, η Πολωνία και η Σλοβακία, που μοιράζονται συνολικά περίπου 74 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την κατανομή που είχε αποφασιστεί ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2025.
Παράλληλα, έχουν εγκριθεί τα αμυντικά σχέδια άλλων οκτώ κρατών-μελών για επιπλέον 38 δισ. ευρώ, ενώ εκκρεμεί η αξιολόγηση των φακέλων της Τσεχίας, της Γαλλίας και της Ουγγαρίας. Το Συμβούλιο της ΕΕ καλείται πλέον εντός τεσσάρων εβδομάδων να εγκρίνει τις αποφάσεις υλοποίησης, με τις πρώτες εκταμιεύσεις στον Μάρτιο του 2026.
Η ελληνική συμμετοχή, ωστόσο, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτυχής. Από το αίτημα των 1,2 δισ. ευρώ που κατατέθηκε τον Ιούλιο του 2025, εγκρίθηκε χρηματοδότηση μόλις 787,67 εκατ. ευρώ (εγκρίθηκε το 66%) Το ποσό αυτό δεν απηχεί καθόλου τις ανάγκες της Ελλάδας, όταν συγκριθεί με τις ενισχύσεις άλλων κρατών-μελών: η Πολωνία εξασφάλισε περίπου 43,7 δισ. ευρώ, η Ρουμανία 16,68 δισ., η Λετονία 3,5 δισ., ενώ ακόμη και η Κύπρος πέτυχε χρηματοδότηση 1,18 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα, παρά τις αυξημένες απειλές ασφαλείας και την Τουρκία να συνεχίζει απρόσκοπτα μια φιλόδοξη εξοπλιστική πολιτική, εμφανίστηκε αδύναμη να διεκδικήσει ουσιαστικό μερίδιο.
Ανασχεδιασμός στόχων και προσδοκιών
Η πολύ χαμηλή ενίσχυση της Ελλάδας δύσκολα πείθει ότι το SAFE πρόκειται για ένα δανειακό εργαλείο ειδικά σχεδιασμένο για να στηρίξει τις εθνικές αμυντικές επενδύσεις. Η περιορισμένη συμμετοχή θέτει υπό αμφισβήτηση τόσο τη σοβαρότητα των διεθνών συνεργασιών όσο και την υλοποίηση φιλόδοξων εθνικών σχεδίων, όπως ο «Θόλος» και η «Ατζέντα 2030». Παρότι οι Ένοπλες Δυνάμεις εξακολουθούν να καλύπτουν τεράστια κενά σε εξοπλισμό και υποδομές έπειτα από πάνω από μια δεκαετία υποεπένδυσης, το αποτέλεσμα της Ελλάδας στο SAFE δείχνει απώλεια μιας σπάνιας ευκαιρίας. Η υποβαθμισμένη χρηματοδότηση είναι σε αντίθεση με τη διακηρυγμένη πρόθεση ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Την ίδια στιγμή, η υπερκάλυψη του αρχικού προϋπολογισμού του SAFE (150 δισ. ευρώ) έχει ήδη οδηγήσει αρκετά κράτη-μέλη να ζητούν τη δημιουργία δεύτερου πακέτου, όπως ανέφερε και η Πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία για τη χώρα μας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι θα υπάρξει αλλαγή νοοτροπίας και ουσιαστική διεκδίκηση και ενεργοποίηση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής αμυντικών συστημάτων.