Η κυβέρνηση βάζει στο τραπέζι ένα νέο αναπτυξιακό σχέδιο ύψους 23 δισ. ευρώ έως το 2030 και μιλά για ανάπτυξη που θα φτάσει «σε κάθε γωνιά της πατρίδας». Η ΚΕΔΕ, ωστόσο, προειδοποιεί ότι χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των Δήμων, η αποκέντρωση κινδυνεύει να μείνει στα χαρτιά.
Η επόμενη ημέρα της αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας περνά μέσα από ένα μεγάλο στοίχημα, το αν οι πόροι θα καταφέρουν να φτάσουν πραγματικά στις τοπικές κοινωνίες. Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, συνολικού ύψους περίπου 23 δισ. ευρώ, φιλοδοξεί να αποτελέσει τον βασικό χρηματοδοτικό κορμό της επόμενης περιόδου, σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ελληνική οικονομία, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει στο πρόγραμμα έντονη περιφερειακή διάσταση. Κατά τη χθεσινή παρουσίασή του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η ανάπτυξη πρέπει να φτάσει «σε κάθε γωνιά της πατρίδας», υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία της κεντρικής κυβέρνησης με τις Περιφέρειες και τους δήμους είναι απαραίτητη για να προχωρήσουν έργα με πραγματικό αποτύπωμα στην καθημερινότητα των πολιτών. Το νέο αναπτυξιακό πλαίσιο δεν θέλει να περιοριστεί σε μια ακόμη καταγραφή διαθέσιμων κονδυλίων, αλλά να αποτελέσει τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο θα χρηματοδοτηθούν έργα σε ολόκληρη τη χώρα.
Το ΕΠΑ περιλαμβάνει 20 τομεακά προγράμματα υπουργείων, 13 περιφερειακά και 4 ειδικά προγράμματα. Από το συνολικό πακέτο, 2,5 δισ. ευρώ κατευθύνονται στα περιφερειακά προγράμματα, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα υπερδέσμευσης, ενισχύοντας περαιτέρω τη χρηματοδοτική βάση των Περιφερειών. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και πόροι για την ολοκλήρωση έργων της προηγούμενης περιόδου, αλλά και νέες επενδύσεις που θα πρέπει να υλοποιηθούν έως το 2030.
Το μεγάλο ζητούμενο, ωστόσο, είναι ποιος θα έχει τον πραγματικό ρόλο στην επιλογή και την υλοποίηση των έργων που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Για τον λόγο αυτό, η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), ανοίγει ένα μέτωπο που αφορά στην ίδια την ουσία της αποκέντρωσης. Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, Λάζαρος Κυρίζογλου, κατά την παρουσίαση του ΕΠΑ και την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής Παρακολούθησης, υποστήριξε ότι, παρά το ύψος των διαθέσιμων πόρων, οι Δήμοι παραμένουν ουσιαστικά εκτός του σχεδιασμού.
«Είναι ικανοποιητικό ότι το ΕΠΑ 2026-2030 διαθέτει πόρους ύψους 23 δισ. ευρώ. Ωστόσο, ενώ η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελείται από δύο βαθμούς, Α΄ και Β΄, δηλαδή Δήμους και Περιφέρειες, οι Δήμοι δεν υπάρχουν πουθενά στον σχεδιασμό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το αίτημα της ΚΕΔΕ είναι συγκεκριμένο: Έργα που έχουν καθαρά τοπικό χαρακτήρα και εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των Δήμων να μπορούν να χρηματοδοτούνται και να υλοποιούνται απευθείας από τους ίδιους. Για τους εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης, η απουσία των Δήμων από τον σχεδιασμό δημιουργεί ένα κενό ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες για αποκέντρωση και στην πραγματική δυνατότητα των τοπικών κοινωνιών να καθορίσουν τις προτεραιότητές τους.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι και πρακτικό. Οι Δήμοι είναι εκείνοι που καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά προβλήματα όπως οι υποδομές, η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή, η διαχείριση των υδάτων, η αστική κινητικότητα και οι ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Η ΚΕΔΕ υποστηρίζει ότι η άμεση συμμετοχή τους στον αναπτυξιακό σχεδιασμό θα μπορούσε να επιταχύνει την υλοποίηση των έργων και να κατευθύνει τους πόρους εκεί όπου οι ανάγκες είναι πιο άμεσες.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, το μήνυμα είναι ότι το 2030 αποτελεί ορόσημο για τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε την αναπτυξιακή πορεία με τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη μείωση του χρέους και τη δυνατότητα διοχέτευσης περισσότερων πόρων σε αναπτυξιακές δράσεις, καλώντας όλους τους εμπλεκόμενους φορείς να κινηθούν με μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.
Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης μπαίνει έτσι σε μια κρίσιμη φάση. Η κυβέρνηση θέλει να αποδείξει ότι οι πόροι μπορούν να μετατραπούν σε έργα και ότι η ανάπτυξη μπορεί να αποκτήσει πραγματικά περιφερειακό αποτύπωμα. Οι Δήμοι, από την άλλη, ζητούν να μην παραμείνουν απλοί θεατές ενός σχεδιασμού που αφορά άμεσα τις τοπικές κοινωνίες.
Το τελικό στοίχημα δεν θα κριθεί μόνο από το αν τα 23 δισ. ευρώ θα απορροφηθούν. Θα κριθεί και από το ποιος θα αποφασίζει πού θα κατευθυνθούν, ποιος θα υλοποιεί τα έργα και πόσο γρήγορα αυτά θα φτάνουν στον πολίτη. Γιατί η πραγματική αποκέντρωση δεν μετριέται μόνο σε κονδύλια που φτάνουν στην Περιφέρεια. Μετριέται και στο αν οι Δήμοι, που βρίσκονται πιο κοντά από οποιονδήποτε άλλο θεσμό στην καθημερινότητα των πολιτών, έχουν πραγματικό λόγο στο πώς θα αξιοποιηθούν.

