Γενικές Ειδήσεις

Ο Εμμανουήλ Πρωτονοτάριος αποχώρησε από τα επίγεια έδρανα

Έφυγε ανήμερα της γιορτής του ο Εμμανουήλ Ν. Πρωτονοτάριος, σε ηλικία 85 ετών. Υπήρξε Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, διαπρεπής επιστήμονας και κορυφαία φυσιογνωμία στον κλάδο του. Διακρίθηκε στην Ελλάδα και διεθνώς ως καθηγητής και ερευνητής υψηλού επιπέδου, με καταγωγή από την Απείρανθο της Νάξου. Η απώλειά του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό τόσο στον ακαδημαϊκό κόσμο όσο και στην κοινωνία που υπηρέτησε με ήθος, γνώση και βαθιά ανθρωπιά.

Γεννημένος στις 23 Φεβρουαρίου 1940, ο Εμμανουήλ Ν. Πρωτονοτάριος αποφοίτησε από τη Σχολή Ηλεκτρολόγων–Μηχανολόγων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ως υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright συνέχισε τις σπουδές του στο Columbia University, όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Η επιστημονική του πορεία υπήρξε διεθνής και πολυσχιδής. Εργάστηκε στα ερευνητικά εργαστήρια της Bell Labs και δίδαξε στα πανεπιστήμια Columbia, Princeton και στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Στο ΕΜΠ διετέλεσε, μεταξύ άλλων, Αντιπρύτανης, Πρόεδρος της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και συνιδρυτής του ΕΠΙΣΕΥ.

Η προσφορά του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στα αμφιθέατρα και τα εργαστήρια. Διετέλεσε Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη χάραξη εθνικής πολιτικής για την έρευνα και την ανώτατη εκπαίδευση. Πέρα από το επιστημονικό του έργο, η ουσιαστικότερη παρακαταθήκη που αφήνει είναι βαθιά ανθρώπινη. Με ευρύ πνεύμα και σπάνια ευστροφία, πίστευε και εφάρμοζε στην πράξη την έννοια των πραγματικά ίσων ευκαιριών για όλους τους φοιτητές, ανεξαρτήτως οικονομικού επιπέδου και κοινωνικής προέλευσης. Για εκείνον, τα μόνα κριτήρια ήταν η εργατικότητα και η αντίληψη, εφαρμόζοντας τη συμπεριληπτικότητα πολύ πριν αυτή καταστεί λέξη της εποχής.

Διετέλεσε Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Columbia University (1968–1973), Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών (1970–1971) και Fellow στο Εθνικό Κέντρο Αμυντικής Έρευνας (1970). Εργάστηκε στα Bell Laboratories (1966–1968), εστιάζοντας στις εφαρμογές της θεωρίας των στοχαστικών διαδικασιών στη γραμμική επεξεργασία σήματος για τις τηλεπικοινωνίες. Δίδαξε επίσης στα πανεπιστήμια Columbia, Cornell, Brown και Princeton. Υπήρξε Πρόεδρος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ για δύο θητείες (1980–1983, 1983–1988) και Αντιπρύτανης το 1983 και την περίοδο 1984–1986. Το 1995 ίδρυσε το Εργαστήριο Τηλεπικοινωνιών, του οποίου διετέλεσε διευθυντής για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια.

Το ερευνητικό του έργο κάλυπτε ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως συστήματα μετάδοσης και μεταγωγής τηλεπικοινωνιών, ποιότητα υπηρεσιών, ασφάλεια και ιδιωτικότητα, δίκτυα υπολογιστών, πρωτόκολλα επικοινωνίας και σηματοδοσίας, ευρυζωνικά και οπτικά δίκτυα, IP δίκτυα και υπηρεσίες, κινητά και προσωπικά δίκτυα επικοινωνίας, καθώς και προγραμματισμό και διαχείριση δικτύων. Υπήρξε συγγραφέας ή συν-συγγραφέας περίπου 200 επιστημονικών δημοσιεύσεων. Επέβλεψε 60 διδακτορικές διατριβές και περισσότερες από 600 διπλωματικές και μεταπτυχιακές εργασίες στους τομείς των τεχνολογιών πληροφορίας και τηλεπικοινωνιών. Συνέβαλε ουσιαστικά στη μεταρρύθμιση του προπτυχιακού προγράμματος σπουδών της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και ήταν ιδρυτικό μέλος του Εθνικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών (ΕΠΙΣΕΥ).

Κατά τη μακρά επαγγελματική του διαδρομή διετέλεσε, μεταξύ άλλων, Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (1981–1983), Εθνικός Εκπρόσωπος του προγράμματος ESPRIT, Πρόεδρος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, μέλος του Ιδρύματος Υποτροφιών Ωνάση και ιδρυτικό μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Πολυτεχνείου Κρήτης (1982–1988).

Ο Μανώλης Πρωτονοτάριος ήταν το πρωτότοκο τέκνο πολυμελούς οικογένειας. Είχε τρία αδέλφια: τον Αντώνη, πολιτικό μηχανικό, τον Γιάννη, καθηγητή του ΕΜΠ, και την Ειρήνη, ηλεκτρολόγο μηχανικό. Με τη σύζυγό του Έρση, καταγόμενη από τα Καλάβρυτα, απέκτησαν τρία παιδιά: την Κατερίνα, τη Θάλεια και τον Νικόλα.

close menu