Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες ματαιώνεται ο διαγωνισμός που αφορούσε την απορρύπανση και απομάκρυνση τεράστιων ποσοτήτων εκρηκτικών υλών από τις εγκαταστάσεις των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (ΕΑΣ) στο Λαύριο, σε απόσταση αναπνοής από το εργοτάξιο του υπερυπολογιστή «Φάρος». Αφορμή αυτή τη φορά αποτέλεσε κυβερνοεπίθεση στα πληροφοριακά συστήματα των ΕΑΣ, γεγονός που επανέφερε στο προσκήνιο σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση ενός εξαιρετικά κρίσιμου και επικίνδυνου έργου.
Η ακύρωση αποφασίστηκε προχθές από τη νέα διοίκηση των ΕΑΣ, κατόπιν εντολής του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια. Πρόκειται για τη δεύτερη ματαίωση, καθώς τον Νοέμβριο του 2024 είχε ήδη ακυρωθεί διεθνής διαγωνισμός, προϋπολογισμού σχεδόν 50 εκατ. ευρώ, που προέβλεπε την απομάκρυνση περίπου 220 τόνων εκρηκτικών και εύφλεκτων υλικών από τις ίδιες εγκαταστάσεις. Με την ανάληψη των καθηκόντων της, η νέα διοίκηση των ΕΑΣ, υπό τον Χριστόφορο Μπουτσικάκη, πρώην βουλευτή της ΝΔ στην Α’ Πειραιά, ακύρωσε τον αρχικό διαγωνισμό, παρά το γεγονός ότι αυτός στηριζόταν σε τεχνικές γνωμοδοτήσεις του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Πολυτεχνείου Κρήτης. Αντ’ αυτού, προκηρύχθηκε νέος διαγωνισμός με τη διαδικασία του κατ’ επείγοντος, έπειτα από περιστατικό πυρκαγιάς στις εγκαταστάσεις, επικαλούμενος αυξημένο κίνδυνο.
Ο νέος διαγωνισμός, κόστους λίγο άνω των 18 εκατ. ευρώ, δεν αφορούσε το σύνολο των περίπου 220 τόνων εκρηκτικών, αλλά μόνο τον καθαρισμό και την απομάκρυνση 10 δεξαμενών που χαρακτηρίστηκαν επικίνδυνες. Η διαδικασία δεν είχε διεθνή χαρακτήρα, δημοσιοποιήθηκε λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και εξελίχθηκε, στην πράξη, σε κλειστή διαδικασία ιδιωτικής διαπραγμάτευσης. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν πέντε εταιρείες: Enviroplan, Polyeco, AECOM, Intergeo και Antipollution.
Κυβερνοεπίθεση και πολιτικές σκιές
Από τις αρχές Δεκεμβρίου μέχρι την τελική ακύρωση μεσολάβησαν δύο παρατάσεις, με βασικό επιχείρημα τη σοβαρή κυβερνοεπίθεση της 28ης Δεκεμβρίου, η οποία έπληξε τόσο το σύστημα διαγωνισμών όσο και τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα των ΕΑΣ. Το περιστατικό είχε αναδειχθεί εκτενώς από το ictplus.gr. Την ίδια ώρα, στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας εκφράζονται έντονες αντιρρήσεις τόσο για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν όσο και για την πραγματική αποτίμηση της επικινδυνότητας των εγκαταστάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, εστάλη ειδικό κλιμάκιο του Στρατού, με εντολή τη χαρτογράφηση του χώρου και τη σύνταξη πορίσματος για τα σημεία που απαιτούν άμεση παρέμβαση. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, σύμφωνα με την οποία υφίσταται κίνδυνος πολλαπλών, ακόμη και θανατηφόρων εκρήξεων, λόγω της παρουσίας εκρηκτικών υλών – όπως το ΤΝΤ – συνολικής ποσότητας που υπερβαίνει τους 200 τόνους. Η αποσφράγιση των προσφορών είχε προγραμματιστεί για τις 20 Ιανουαρίου, ωστόσο πλέον θεωρείται βέβαιο ότι ο νέος διαγωνισμός, ο οποίος αναμένεται να επανασχεδιαστεί με ουσιώδεις αλλαγές και διεθνή χαρακτήρα, θα καθυστερήσει σημαντικά.
Ένα από τα συμπεράσματα που προκύπτει είναι ότι αρκεί μια κυβερνοεπίθεση για να «τινάξει στον αέρα» έναν διαγωνισμό μεγάλης σημασίας, τη στιγμή που πάνω από 200 τόνοι ΤΝΤ είναι ενεργοί σε μια περιοχή κρίσιμων υποδομών και υψηλού ρίσκου
Έργο δημόσιας ασφάλειας κάτω από κακοδιαχείριση
Το χρονικό της υπόθεσης συνιστά μνημείο κακοδιαχείρισης και διοικητικών παλινωδιών σε ένα έργο που αφορά ευθέως τη δημόσια ασφάλεια. Τον Νοέμβριο του 2024, τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα είχαν δρομολογήσει διεθνή ανοιχτό διαγωνισμό ύψους 54,46 εκατ. ευρώ (με ΦΠΑ), βασισμένο σε πλήρεις και τεκμηριωμένες μελέτες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με στόχο τη συνολική και ασφαλή αντιμετώπιση του προβλήματος. Ο σχεδιασμός αυτός ακυρώθηκε αιφνιδίως από τη νέα διοίκηση, χωρίς πειστική αιτιολόγηση και χωρίς δημόσια τεχνική αντιπρόταση. Στη θέση του επιλέχθηκε κλειστή διαδικασία διαπραγμάτευσης, με δραστικά μειωμένο προϋπολογισμό –23,11 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ– και ακόμη πιο δραστικά περιορισμένο φυσικό αντικείμενο.
Η νέα διαδικασία περιορίστηκε στην απομάκρυνση μόλις 40 τόνων εκρηκτικών από συγκεκριμένες δεξαμενές, αφήνοντας ουσιαστικά ανεξέλεγκτους περίπου 180 τόνους επικίνδυνων υλικών διάσπαρτων στο έδαφος. Με την επιλογή αυτή, ο κίνδυνος δεν εξουδετερώνεται αλλά απλώς μετατίθεται, διατηρώντας μια μόνιμη εστία απειλής για το περιβάλλον και τους κατοίκους της περιοχής.
Η υπόθεση συγκεντρώνει σοβαρά ερωτήματα σε τρία κρίσιμα επίπεδα:
- Διαφάνεια και θεσμική νομιμότητα: Η προσφυγή σε κλειστή διαπραγμάτευση, με περιορισμένο αριθμό προσκεκλημένων εταιρειών και μάλιστα εν μέσω εορταστικής περιόδου, υπονομεύει κάθε έννοια ανοιχτού ανταγωνισμού και θεσμικής λογοδοσίας.
- Αποσπασματική και επικίνδυνη προσέγγιση: Η συνειδητή επιλογή κάλυψης μόνο μέρους του προβλήματος ακυρώνει τον χαρακτήρα του έργου ως έργου δημόσιας ασφάλειας και εκθέτει πολίτες και περιβάλλον σε διαρκή κίνδυνο.
- Έλλειμμα τεχνικής τεκμηρίωσης: Η απουσία αναλυτικής κοστολόγησης και σαφούς επιστημονικής τεκμηρίωσης για ένα έργο υψηλής επικινδυνότητας προκαλεί εύλογο προβληματισμό στους επιστημονικούς και ελεγκτικούς φορείς.
Συνολικά, η διαχείριση της υπόθεσης δεν συνιστά απλώς αλλαγή σχεδιασμού, αλλά ουσιαστική «κακομεταχείριση» ενός κρίσιμου έργου, από αποφάσεις που δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα, που χρήσουν απαντήσεων.
Σχετικά άρθρα
Κυβερνοεπίθεση διαρκείας καθυστερεί τον διαγωνισμό των ΕΑΣ για σημαντικό έργο στο Λαύριο