του ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΛΑΒΑΖΗ.
Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων στην ελληνική αγορά Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, το όνομα του Καθηγητή Κωνσταντίνου Μασσέλου, Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) και Προέδρου του BEREC για το 2023, αναδεικνύεται ως κεντρικό σημείο αναφοράς εν όψει της λήξης της δεύτερης θητείας του στην ΕΕΤΤ. Η πορεία του συνδέει την ακαδημαϊκή γνώση με την Διοίκηση ενός δύσκολου Φορέα όπως η ΕΕΤΤ και αναδεικνύει τις δυνατότητες, αλλά και τα όρια της ρυθμιστικής πολιτικής σε συνθήκες ραγδαίων τεχνολογικών και οικονομικών αλλαγών.
Ως επικεφαλής της ΕΕΤΤ, ο κ. Κωνσταντίνος Μασσέλος είχε την ευθύνη για την επίβλεψη μιας αγοράς, που διαχρονικά χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης και περιορισμένη δυναμική ανταγωνισμού. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, η ΕΕΤΤ προσπάθησε να ενισχύσει την προστασία των καταναλωτών, να βελτιώσει την ποιότητα υπηρεσιών και να προωθήσει τον εκσυγχρονισμό των τηλεπικοινωνιακών και ταχυδρομικών υποδομών. Ιδιαίτερη σημασία είχε η παρέμβασή της σε θέματα τιμολογίων και μονοπωλιακών πρακτικών, καθώς η αγορά της σταθερής και κινητής τηλεφωνίας παρέμενε υπό τον έλεγχο λίγων μεγάλων παικτών. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες, η ελληνική αγορά συνεχίζει να εμφανίζει δομικά προβλήματα.
Ο νέος ισχυρός παίκτης υποδομών
Η είσοδος της ΔΕΗ στον χώρο των τηλεπικοινωνιών μέσω του δικτύου FiberGrid δημιούργησε μια νέα δυναμική, καθώς η κεφαλαιουχικά και στελεχιακά ισχυρή εταιρεία Ενέργειας και (πλέον) Τηλεπικοινωνιών προσφέρει γρήγορο internet σε ανταγωνιστικές τιμές στο ευρύ κοινό και θέτει σε πίεση τους παραδοσιακούς παρόχους. Η ΕΕΤΤ κλήθηκε να διασφαλίσει δίκαιους όρους ανταγωνισμού, χωρίς να καθορίζει πλήρως την ισορροπία ανάμεσα σε παλιούς και νέους παίκτες. Παράλληλα, η ελληνική αγορά Ταχυδρομείων αντιμετώπισε σοβαρά διακυβεύματα με τα ΕΛΤΑ να κλείνουν 204 υποκαταστήματα για να περιορίσουν το λειτουργικό κόστος, αποφασίζοντας μια κίνηση που πυροδότησε πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις και ανέδειξε τα όρια της ρυθμιστικής παρέμβασης.
Αναγνώριση σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η θητεία του κ. Μασσέλου ως Προέδρου του BEREC (1 Ιανουαρίου – 31 Δεκεμβρίου 2023) αποτέλεσε σημαντική αναγνώριση της εμπειρίας του. Το BEREC, που συντονίζει τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει κρίσιμο ρόλο στην εφαρμογή κοινοτικών κανονισμών, στην αντιμετώπιση των ψηφιακών προκλήσεων και στην ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των αγορών σε όλη την Ευρώπη.
Ωστόσο, η δράση του BEREC, παρά τη θεωρητική σημασία της, αντιμετωπίζει σοβαρά όρια στην πράξη. Η Ευρωπαϊκή αγορά Τηλεπικοινωνιών εμφανίζει έντονες ανισότητες: χώρες όπως η Σουηδία και η Γερμανία έχουν πλήρως αναπτυγμένα δίκτυα οπτικών ινών και υψηλό ανταγωνισμό, ενώ άλλες, όπως η Ελλάδα και η Βουλγαρία, παραμένουν πίσω σε κάλυψη και ταχύτητες. Αυτό καθιστά τη συντονισμένη πολιτική δύσκολη, καθώς οι εθνικοί ρυθμιστικοί φορείς λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα ωριμότητας και με διαφορετικές προτεραιότητες.
Απαραίτητες οι αλλαγές στην ΕΕ των Τηλεπικοινωνιών
Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ο κ. Κωνσταντίνος Μασσέλος προώθησε πρωτοβουλίες για διαφάνεια και προστασία καταναλωτών, αλλά πολλοί παρατηρητές υποστηρίζουν ότι τα αποτελέσματα ήταν περιορισμένα. Ο Φορέας των Ρυθμιστών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (Body of European Regulators for Electronic Communications- BEREC) συχνά κινείται με αργούς ρυθμούς, καθώς οι αποφάσεις απαιτούν ομοφωνία ή ευρύ συντονισμό μεταξύ 27 κρατών μελών. Επιπλέον, η ψηφιοποίηση των ευρωπαϊκών αγορών, η ανάπτυξη του 5G, οι νέες υπηρεσίες cloud, ο ανταγωνισμός από τους κολοσσούς Google, Amazon κ.α απαιτούν γρήγορες παρεμβάσεις, κάτι που η πολυεπίπεδη δομή του BEREC δυσκολεύεται να εξασφαλίσει. Σε πολλές περιπτώσεις, οι οδηγίες και οι κατευθυντήριες γραμμές της Αρχής φτάνουν στις χώρες μέλη με καθυστέρηση, με αποτέλεσμα οι εθνικές αγορές να αναγκάζονται να προσαρμόζονται με διαφορετικά χρονοδιαγράμματα, αυξάνοντας την αίσθηση άνισης αντιμετώπισης και περιορισμένης αποτελεσματικότητας.
Η ελληνική εμπειρία, με τα προβλήματα συγκέντρωσης της αγοράς και τις καθυστερήσεις στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, αποτέλεσε ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ παρόχων και προστασίας καταναλωτών. Ωστόσο, πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η επιρροή του BEREC παραμένει περισσότερο συμβουλευτική παρά δεσμευτική, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ικανότητά του να επιβάλλει ουσιαστικές αλλαγές σε χώρες με ισχυρούς μονοπωλιακούς παίκτες.
Η λήξη της θητείας του ως Προέδρου της ΕΕΤΤ, και πιθανώς η ανανέωσή της, δεν σηματοδοτεί το τέλος της δράσης του, καθώς ο καθηγητής Κωνσταντίνος Μασσέλος διατηρεί τον ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική τηλεπικοινωνιών. Η εμπειρία του στην ελληνική αγορά, η γνώση των υποδομών και η ικανότητα διαχείρισης σύνθετων ζητημάτων τον καθιστούν σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση πολιτικών που θα επηρεάσουν την αγορά και τους καταναλωτές τα επόμενα χρόνια.
Συνολικά, η πορεία του Καθηγητή Κωνσταντίνου Μασσέλου δείχνει ότι η ηγεσία του στην ΕΕΤΤ και στο BEREC απαιτεί ευέλικτη και, ίσως, εύθραυστη ισορροπία μεταξύ τεχνογνωσίας, στρατηγικής και πολιτικής ευελιξίας. Παρά τις σωστές αποφάσεις του η ελληνική και η ευρωπαϊκή αγορά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τις ιδιαίτερες δομικές προκλήσεις, οι οποίες απαιτούν γρήγορες και αποφασιστικές δράσεις για να διασφαλιστεί ανταγωνισμός, ποιότητα υπηρεσιών και κοινωνική ισορροπία. Η είσοδος νέων παικτών όπως η ΔΕΗ και η κρίση στα ΕΛΤΑ , η οποία δεν συνδέεται με την ΕΕΤΤ, τονίζουν την ανάγκη για μια πιο δυναμική, συντονισμένη και ευρωπαϊκά ευθυγραμμισμένη ρυθμιστική πολιτική, που θα προστατεύει τους καταναλωτές και θα ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η εμπειρία και το έργο του κ. Μασσέλου, ως Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) από τον Φεβρουάριο του 2018, έχουν ισχυρά «αποτυπώματα», και η πλήρης αξιοποίησή τους θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των επόμενων διοικήσεων να εφαρμόσουν ουσιαστικές αλλαγές. Η πρόκληση για τις ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες παραμένει: να συνδυάσουν την τεχνολογική πρόοδο με πραγματικά αποτελεσματική ρυθμιστική δράση, κάτι που ο BEREC και οι εθνικοί ρυθμιστές θα συνεχίσουν να δοκιμάζουν, ενώ η ελληνική εμπειρία έχει ήδη προσφέρει παρά πολλά χρήσιμα διδάγματα για τον ρόλο της Ρυθμιστικής Πολιτικής.

