Επί παντος επιστητού

ΔΕ ‘ΠΑ ΝΑ ΛΕΣ!; ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ! ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΑΔΑ!

του Γιάννη Χαλαβαζή

Πριν ξεκινήσουμε την σημερινή μας αναφορά πρέπει να διαβάσετε ΕΔΩ το σχετικό ρεπορτάζ στην «Καθημερινή».

Αφού το διαβάσατε διαπιστώσατε ότι το συγκεκριμένο ζήτημα συνιστά ένα εμβληματικό παράδειγμα των παθογενειών του ελληνικού κράτους δικαίου και ειδικότερα της αδυναμίας αποτελεσματικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Μια υπόθεση που εκκρεμεί για περισσότερα από 25 χρόνια, με αλλεπάλληλες αποφάσεις υπέρ του πολίτη και με ξεκάθαρη κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας ήδη από το 2001, αναδεικνύει με τον πιο εμφατικό τρόπο το χάσμα ανάμεσα στη δικαστική δικαίωση και την πραγματική απονομή της δικαιοσύνης.

Παρά τη συνεχή ακύρωση πράξεων νομιμοποίησης και εξαίρεσης από την κατεδάφιση, η οικοδομή όχι μόνο δεν κατεδαφίστηκε, αλλά επανειλημμένα «σώθηκε» μέσω νέων νομοθετικών ρυθμίσεων, κορυφώνοντας το παράδοξο με τη νομιμοποίησή της το 2017. Η πρακτική αυτή υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου και καλλιεργεί την αντίληψη ότι η παρανομία μπορεί τελικά να επιβραβευτεί, αρκεί να βρεθεί το κατάλληλο νομοθετικό «παράθυρο».

Η παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του ΣτΕ δείχνει ότι το πρόβλημα υπερβαίνει τα όρια μιας μεμονωμένης διαφοράς και αγγίζει τον πυρήνα της πολεοδομικής νομοθεσίας και του ΝΟΚ. Πράγματι, η υπόθεση θα μπορούσε να διδάσκεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα θεσμικής δυσλειτουργίας, όπου η διαρκής μεταβολή των νόμων ακυρώνει στην πράξη την ίδια τη δικαστική εξουσία.

Η συγκεκριμένη δικαστική διαμάχη δεν αναδεικνύει απλώς τη μη τήρηση της νομοθεσίας, αλλά κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό: τη συστηματική δημιουργία “παραθύρων” μέσα στον ίδιο τον νόμο (!), με σκοπό να μην εφαρμοστεί αυτός που ήδη ισχύει. Στην υπόθεση της οικοδομής στην Ερμούπολη, η παρανομία δεν επιβιώνει από αδράνεια ή αμέλεια της Διοίκησης, αλλά μέσω μιας συνειδητής πρακτικής συνεχών νομοθετικών παρεμβάσεων που ακυρώνουν στην πράξη τις δικαστικές αποφάσεις.

Ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει επανειλημμένα κρίνει παράνομη την οικοδομική άδεια και έχει δικαιώσει τον πολίτη, το κράτος αντί να συμμορφωθεί, επιλέγει να αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Κάθε νέα ρύθμιση περί «νομιμοποίησης», «εξαίρεσης από την κατεδάφιση» ή «ολοκλήρωσης αυθαιρέτων» λειτουργεί ως σωσίβιο για μια κατασκευή που κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Έτσι, η παραβίαση της νομιμότητας μετατρέπεται σε κανονικότητα, ενώ η συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις αντιμετωπίζεται ως ενοχλητικό εμπόδιο.

Το πιο προβληματικό στοιχείο είναι ότι η πρακτική αυτή διαβρώνει τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Όταν ο νόμος δεν αλλάζει για να θεραπεύσει αδικίες, αλλά για να νομιμοποιήσει παρανομίες που έχουν ήδη κριθεί ως τέτοιες, τότε η έννοια της δικαιοσύνης αδειάζει από το περιεχόμενό της. Ο πολίτης που προσφεύγει στα δικαστήρια δικαιώνεται τυπικά, αλλά η Διοίκηση βρίσκει πάντα έναν τρόπο να μην εφαρμόσει την απόφαση.

Η παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του ΣτΕ αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα είναι ευρύτερα πολιτικό, θεσμικό και γενικευμένο, ιδίως ενόψει ρυθμίσεων όπως αυτές του ΝΟΚ. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου τα «παράθυρα» του νόμου δεν είναι αδυναμίες, αλλά εργαλεία αποφυγής της νομιμότητας σε μεγάλη έκταση σε όλο το Κράτος

close menu