Τεχνολογίες

ΕΛΑΣ και Τηλεματική ΟΑΣΑ: Τα ερωτήματα για την τετραήμερη κατάρρευση και η «επόμενη ημέρα» των 29,4 εκατ. ευρώ

Με ανακοίνωσή της η ΕΛΑΣ ζητά τεκμηριωμένες απαντήσεις για την αιτία της βλάβης, τις δικλίδες ασφαλείας, τη μετάβαση μετά τη λήξη της σύμβασης και το κόστος του νέου συστήματος. Χωρίς αποδείξεις, δεν υιοθετείται το σενάριο κυβερνοεπίθεσης. Τέσσερις ημέρες χρειάστηκαν για να επανέλθει η τηλεματική του ΟΑΣΑ μετά την κατάρρευση του συστήματος τα ξημερώματα της 27ης Αυγούστου, αφήνοντας περίπου 1.000 «έξυπνες» στάσεις χωρίς ενημέρωση πραγματικού χρόνου. Το πρόβλημα επεκτάθηκε και στην εφαρμογή για τα κινητά τηλέφωνα, με αποτέλεσμα χιλιάδες επιβάτες να στερούνται την πιο βασική πλέον πληροφορία των αστικών συγκοινωνιών: πότε θα φτάσει το λεωφορείο ή το τρόλεϊ. Για την ΕΛΑΣ, ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται σε μια ακόμη τεχνική δυσλειτουργία. Η τηλεματική αποτελεί κρίσιμη ψηφιακή υποδομή για τις συγκοινωνίες της Αττικής, καθώς δεν εξυπηρετεί μόνο την ενημέρωση των επιβατών, αλλά συνδέεται με την παρακολούθηση και τη διαχείριση του συγκοινωνιακού έργου.

Μια μετάβαση που ήταν ήδη γνωστή. Στο επίκεντρο η επιχειρησιακή ανθεκτικότητα

Το πρώτο ζήτημα που τίθεται αφορά τον χρόνο της βλάβης. Η αρχική Σύμβαση Σύμπραξης της τηλεματικής είχε συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, την 30ή Ιουνίου 2026. Η μετάβαση του συστήματος στον ΟΑΣΑ ή σε άλλον φορέα που θα υποδείκνυε ο Οργανισμός δεν ήταν, επομένως, ένα απρόβλεπτο γεγονός. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΕΛΑΣ, ήδη από τον Οκτώβριο του 2024 είχε ανατεθεί σε εξωτερικό σύμβουλο η προετοιμασία της μετάβασης, ενώ το 2025 προκηρύχθηκαν υπηρεσίες Τεχνικού Συμβούλου Τηλεματικής. Στα παραδοτέα περιλαμβάνονταν η αποτύπωση της τεχνικής κατάστασης του συστήματος, ο τελικός τεχνικός έλεγχος και η καταγραφή των εργασιών που παρέμεναν σε εκκρεμότητα. Το ερώτημα, επομένως, μετατοπίζεται από το «πώς προέκυψε η ανάγκη μετάβασης» στο «γιατί μια γνωστή και προγραμματισμένη μετάβαση δεν συνοδεύτηκε από επαρκείς δικλίδες ώστε να διασφαλιστεί η αδιάλειπτη λειτουργία».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απαιτήσεις του νέου διαγωνισμού για την τηλεματική. Το νέο συμβατικό πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένους μηχανισμούς επιχειρησιακής συνέχειας και ανάκαμψης σε περίπτωση σοβαρής αστοχίας. Μεταξύ άλλων προβλέπεται Σχέδιο Επιχειρησιακής Συνέχειας (BCP), ώστε οι κρίσιμες υπηρεσίες να μπορούν να συνεχιστούν ακόμη και σε συνθήκες σοβαρής διακοπής, καθώς και Σχέδιο Ανάκαμψης από Καταστροφή (DRP), για την επαναφορά συστημάτων και δεδομένων. Παράλληλα, καθορίζονται ο Στόχος Σημείου Ανάκτησης (RPO), που προσδιορίζει πόσα δεδομένα μπορεί να χαθούν κατ’ ανώτατο όριο, και ο Στόχος Χρόνου Ανάκαμψης (RTO), δηλαδή ο χρόνος μέσα στον οποίο θα πρέπει να επανέλθει μια κρίσιμη λειτουργία.

Προβλέπονται ακόμη εφεδρικοί εξυπηρετητές και δοκιμές αποκατάστασης. Η ύπαρξη αυτών των απαιτήσεων στον νέο διαγωνισμό δεν σημαίνει ότι απουσίαζαν από το προηγούμενο σύστημα. Δημιουργεί όμως ένα εύλογο ερώτημα: τι ακριβώς προέβλεπε το σχέδιο επιχειρησιακής συνέχειας στις 27 Αυγούστου, ποιες εφεδρείες ήταν διαθέσιμες και ποιος ήταν ο προβλεπόμενος χρόνος επαναφοράς;

Διαγωνισμός Από τα 23 στα 29,4 εκατ. ευρώ με προαίρεση έως 25%,

Η δεύτερη μεγάλη παράμετρος είναι οικονομική. Το νέο σύστημα αφορά περίπου 2.000 οχήματα και 1.000 «έξυπνες» στάσεις, αλλά και το σύνολο των κεντρικών πληροφοριακών συστημάτων, των αμαξοστασίων, του λογισμικού και των λοιπών υποδομών που απαιτούνται για τη λειτουργία της τηλεματικής. Η βασική εκτιμώμενη αξία του νέου πενταετούς συμβατικού πλαισίου ανέρχεται σε 29,42 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Παράλληλα, προβλέπεται δικαίωμα προαίρεσης έως 25%, ύψους περίπου 7,36 εκατ. ευρώ. Εφόσον ενεργοποιηθεί πλήρως, η συνολική δυνητική αξία διαμορφώνεται σε 36,78 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ ή περίπου 45,6 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ.

Το ποσό της προαίρεσης δεν αποτελεί υποχρεωτική δαπάνη. Είναι, ωστόσο, μια δυνατότητα πρόσθετης δημόσιας χρηματοδότησης και, ως τέτοια, απαιτεί σαφή τεχνική και οικονομική αιτιολόγηση.

Ανάλογη τεκμηρίωση απαιτείται και για τη μεταβολή του αρχικού σχεδιασμού. Το 2025 γινόταν αναφορά σε προϋπολογισμό περίπου 23 εκατ. ευρώ, ενώ η νέα βασική εκτιμώμενη αξία ανέρχεται σε 29,421 εκατ. ευρώ. Η διαφορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυθαίρετα ούτε «υπερβολική» ούτε «δικαιολογημένη» χωρίς αναλυτικά συγκριτικά στοιχεία. Χρειάζεται να αποσαφηνιστεί ποιο πρόσθετο αντικείμενο εντάχθηκε, ποιες τεχνικές απαιτήσεις άλλαξαν και ποια επιμέρους κόστη αυξήθηκαν.

Τι ζητείται να δοθεί στη δημοσιότητα

Στο πλαίσιο του πολιτικού ελέγχου, η ΕΛΑΣ ζητά από τον ΟΑΣΑ και το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών συγκεκριμένα στοιχεία για το περιστατικό.

Στην κορυφή βρίσκεται η Ανάλυση Βασικής Αιτίας (Root Cause Analysis), ώστε να προσδιοριστεί όχι μόνο ποιο σύστημα ή υποσύστημα σταμάτησε να λειτουργεί, αλλά και ποια ήταν η πραγματική αιτία της αστοχίας και γιατί οι υφιστάμενες δικλίδες δεν περιόρισαν τη διακοπή. Παράλληλα, ζητούνται τα Σχέδια Επιχειρησιακής Συνέχειας και Ανάκαμψης από Καταστροφή που ίσχυαν την ημέρα του συμβάντος, οι προβλεπόμενοι χρόνοι και στόχοι ανάκτησης, καθώς και τα αποτελέσματα της τελευταίας επιτυχούς δοκιμής ανάκαμψης. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν επίσης το πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής μετά τη λήξη της Σύμπραξης, τα παραδοτέα του Τεχνικού Συμβούλου και το μεταβατικό συμβατικό καθεστώς που εφαρμόστηκε μετά τις 30 Ιουνίου 2026. Ζητούνται ακόμη στοιχεία για το κόστος της μεταβατικής περιόδου και τα Συμφωνημένα Επίπεδα Υπηρεσιών (SLA), δηλαδή τις δεσμεύσεις για χρόνους απόκρισης, αποκατάστασης και διαθεσιμότητας, καθώς και τυχόν κυρώσεις ή απομειώσεις.

Τέλος, ζητείται σαφής εικόνα για την πορεία του νέου διαγωνισμού και το χρονοδιάγραμμα ενεργοποίησης της νέας σύμβασης, μαζί με αναλυτική σύγκριση του αρχικού σχεδιασμού των 23 εκατ. ευρώ με τη σημερινή εκτιμώμενη αξία των 29,421 εκατ. ευρώ.

Κυβερνοεπίθεση ή τεχνική αστοχία;

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στάση απέναντι στο ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης. Η ΕΛΑΣ δεν υιοθετεί, σύμφωνα με το κείμενο, ένα τέτοιο σενάριο χωρίς τεκμηρίωση. Η λογική είναι σαφής: εφόσον υπήρξε περιστατικό κυβερνοασφάλειας, αυτό θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από τις αρμόδιες αρχές. Εάν, αντίθετα, πρόκειται για τεχνική αστοχία, θα πρέπει να γίνει γνωστό ποιο υποσύστημα παρουσίασε το πρόβλημα, τι προκάλεσε τη βλάβη και γιατί οι μηχανισμοί εφεδρείας και ανάκαμψης δεν μπόρεσαν να περιορίσουν την έκταση και τη διάρκεια της διακοπής.

Το θέμα, επομένως, δεν είναι μόνο η επιστροφή της τηλεματικής σε λειτουργία. Είναι η δυνατότητα του ΟΑΣΑ να αποδείξει ότι ένα σύστημα που αποτελεί πλέον βασικό τμήμα της καθημερινής λειτουργίας των δημόσιων συγκοινωνιών μπορεί να αντέξει μια σοβαρή αστοχία και να επανέλθει μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο. Γιατί η ψηφιακή μετάβαση των συγκοινωνιών δεν αξιολογείται μόνο όταν οι οθόνες στις στάσεις λειτουργούν και η εφαρμογή δείχνει κανονικά τα λεωφορεία. Η πραγματική δοκιμασία ενός ψηφιακού συστήματος έρχεται όταν κάτι πάει στραβά. Και τότε το ζητούμενο δεν είναι απλώς να βρεθεί ποιος φταίει, αλλά να αποδειχθεί τι ακριβώς συνέβη, τι είχε προβλεφθεί, ποιοι μηχανισμοί δεν λειτούργησαν, πόσο κόστισε η λύση και κυρίως τι αλλάζει ώστε το ίδιο πρόβλημα να μην επαναληφθε

Η τηλεματική στο κινητό: Η εφαρμογή που δεν είναι πάντα σε πραγματικό χρόνο

Ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα αφορά την ίδια την εφαρμογή της τηλεματικής του ΟΑΣΑ στα κινητά τηλέφωνα. Παρότι αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία ενημέρωσης των επιβατών, οι αναφορές των χρηστών δείχνουν ότι η λειτουργία της δεν είναι πάντοτε απρόσκοπτη. Το πρόβλημα δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιπτώσεις. Υπάρχουν φορές που η εφαρμογή λειτουργεί κανονικά και εμφανίζει τις αναμενόμενες πληροφορίες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η εικόνα που λαμβάνει ο επιβάτης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση στον δρόμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εμφάνιση της θέσης ενός λεωφορείου χωρίς να φορτώνεται σωστά ο χάρτης ή η απουσία της απεικόνισης του οχήματος, παρά το γεγονός ότι άλλες υπηρεσίες της εφαρμογής φαίνεται να λειτουργούν.

Ανάλογες δυσλειτουργίες καταγράφονται και στην ενημέρωση για τον χρόνο άφιξης. Ο εκτιμώμενος χρόνος μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα ο επιβάτης να περιμένει ένα λεωφορείο που εμφανίζεται ως «κοντινό» στην εφαρμογή και τελικά να το βλέπει να περνά από τη στάση χωρίς να έχει προηγηθεί η αντίστοιχη ενημέρωση. Βεβαίως, δεν μπορεί κάθε τέτοιο περιστατικό να αποδίδεται αυτομάτως στην εφαρμογή. Η λειτουργία μιας υπηρεσίας τηλεματικής στο κινητό εξαρτάται από μια ολόκληρη αλυσίδα τεχνολογιών: τη συσκευή του χρήστη, τη σύνδεση δεδομένων, την κάλυψη του δικτύου κινητής τηλεφωνίας, τη μετάδοση των δεδομένων από το όχημα, τα πληροφοριακά συστήματα του ΟΑΣΑ και τελικά την εφαρμογή που παρουσιάζει την πληροφορία στον επιβάτη.

Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι επαναλαμβανόμενες αναφορές χρηστών δημιουργούν ένα εύλογο ερώτημα για την αξιοπιστία της ψηφιακής υπηρεσίας. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια εφαρμογή που έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να παρέχει ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο, η ακρίβεια και η διαθεσιμότητα της πληροφορίας δεν αποτελούν δευτερεύον χαρακτηριστικό αλλά τον πυρήνα της λειτουργίας της. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την πολυήμερη κατάρρευση της τηλεματικής. Η συνολική αξιολόγηση του συστήματος δεν θα πρέπει να περιοριστεί στις «έξυπνες» στάσεις και στα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα. Θα πρέπει να εξεταστεί ολόκληρη η διαδρομή της πληροφορίας: από το λεωφορείο μέχρι τον διακομιστή και από εκεί μέχρι την οθόνη του κινητού του επιβάτη.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα: όταν ο επιβάτης βλέπει στο κινητό του μια πληροφορία που αποδεικνύεται λανθασμένη, σε ποιο ακριβώς σημείο της ψηφιακής αλυσίδας βρίσκεται το πρόβλημα;

Η απάντηση απαιτεί τεχνικό έλεγχο και πραγματικά δεδομένα λειτουργίας. Γιατί η τηλεματική δεν κρίνεται μόνο από το αν «ανεβαίνει» η εφαρμογή. Κρίνεται από το εάν η πληροφορία που δίνει στον πολίτη είναι διαθέσιμη, έγκαιρη και, κυρίως, αξιόπιστη.

close menu